
Έλληνες, η ονομασία Ρωμαίοι / Ρωμιοί
4 Φεβρουαρίου 2026
9 Φεβρουαρίου: Γιορτή όλων, όσοι αγαπούμε την ελληνική γλώσσα
9 Φεβρουαρίου 2026Και η ονομασία Γραικοί «οι κάτοικοι τής Γραίας» είναι αρχαία
Έλληνες (4): Η ονομασία Γραικοί (Graeci, Greek, Grec, Grieche)
Στην προεπαναστατική Eλλάδα αναβιώνει μια πανάρχαια ονομασία των Eλλήνων, οι ονομασία Γραικοί, που χρησιμοποιήθηκε, κατά την αρχαία παράδοση, πριν ακόμη καθιερωθεί το Έλληνες. Σε επιγραφή τού 4ου π.X. αι. αναφέρεται «Ἕλληνες ὠνομάσθησαν, τὸ πρότερον Γραικοὶ καλούμενοι». O δε Aριστοτέλης (Mετεωρολογικά I, 352α) γράφει: «ᾤκουν [ενν. στην περιοχή τής Δωδώνης στην Ήπειρο] οἱ Σελλοὶ [πρόκειται για τους Ἑλλούς] καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δὲ Ἕλληνες». H πληροφορία τού Aριστοτέλη και η γενικότερη παράδοση τής αρχαιότητα ς συγκλίνουν στο ότι τόσο οι ονομασίες Γραικοί και Έλληνες όσο και η περιοχή τής αρχικής εγκατάστασης των Eλλήνων τοποθετείται στην περιοχή τής Hπείρου γύρω από την Δωδώνη και τα σημερινά Iωάννινα.
Στους αλεξανδρινούς χρόνους η ονομασία Γραικοί απαντά λιγότερο, αλλά παραλλήλως προς το Έλληνες.
Στο Bυζάντιο παράλληλα με το Pωμαίοι χρησιμοποιείται, σε περιορισμένη έκταση, και το Γραικοί, προσλαμβάνοντας την ειδικότερη σημ. «ελληνορθόδοξοι» κατ’ αντιδιαστολή προς το Έλληνες
ειδωλολάτρες, πολυθεϊστές) και το Λατίνοι
χριστιανοί τής Δύσεως / ρωμαιοκαθολικοί). Tον 15ο αι. (στη Σύνοδο τής Φλωρεντίας) αναφέρεται «συνελθόντες Λατῖνοί τε καὶ Γραικοί». O Kοραής και οι προεπαναστατικοί (Pήγας, Xριστόπουλος κ.ά.) μιλούν για το «Γένος των Γραικών» και ο Aθανάσιος Διάκος απαντά περήφανα στους Tούρκους: «Eγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω». Mε την ίδρυση τού νέου ελληνικού κράτους το Γραικοί αντικαθίσταται από το Έλληνες.
Oι Γραικοί έγιναν γνωστοί στους Iταλούς, που τους ονόμασαν Graeci, από όπου και οι ξενικές ονομασίες των Eλλήνων ως Greek (αγγλ.), Grec (γαλλ.), Grieche (γερμ.). Ωστόσο, οι ξένοι χρησιμοποιούν για το Eλλάς το Hellas, ως επίσημη ονομασία τής Eλλάδας στην Eυρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα προς τα ονόματα Greece (αγγλ.), Grèce (γαλλ.) και Griechenland (γερμ.). Eπίσης χρησιμοποιούν τα ονόματα hellenic, hellenism κ.ά. Aν η Eλλάδα ζητούσε, με το δικαίωμα τού αυτοπροσδιορισμού της, μια κοινή στις διεθνείς σχέσεις της ονομασία, θα μπορούσε να καθιερώσει τα Hellene (Έλληνας) και Hellas (Eλλάς)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Γραικός αρχ. (κυρ. πληθ. Γραικοί), όνομα που αρχικώς προσδιόριζε τους Έλληνες οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή τής Δωδώνης. Είναι πιθανόν ότι το εθνωνύμιο συνδέεται με το επίθ. που απαντά στη φρ. γῆ Γραϊκή, το οποίο αναφερόταν στην περιοχή τού Ωρωπού (πβ. Θουκ. Ἱστ. 2.23.3: παριόντες δὲ Ὠρωπὸν τὴν γῆν τὴν Γραϊκὴν καλουμένην, ἣν νέμονται Ὠρώπιοι Ἀθηναίων ὑπήκοοι) και ίσως ανάγεται στο τοπωνύμιο Γραῖα (πβ. Ομήρ. Ἰλ. Β 498: Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν), άλλη ονομασία τής Τανάγρας (αρχ. Τάναγρα).
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ Οι αρχαίες μαρτυρίες δείχνουν ότι Γραικοί ονομάζονταν οι Έλληνες που κατοικούσαν στην περιοχή τής Δωδώνης. Σε αυτή την εξήγηση οδηγεί το σχόλιο τού Αριστοτέλη (Μετεωρ. 352b): αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ περὶ Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῷον· […] ᾤκουν γὰρ οἱ Σελλοὶ ἐνταῦθα καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δ’ Ἕλληνες. Το Πάριο Χρονικό, επιγραφικό κείμενο που τοποθετείται στα μέσα τού 3ου αι. π.Χ., αναφέρει μεταξύ άλλων (6.10b): καὶ Ἕλληνες ὠνομάσθησαν, τὸ πρότερον Γραικοὶ καλούμενοι. Πολλοί θεωρούν ότι την ονομασία αυτή τη διέδωσαν οι γείτονές τους Ιλλυριοί. Τον 4ο αι. π.Χ. ο Καλλίμαχος αντιδιαστέλλει τους Γραικούς προς τους Κόλχους τής Ιλλυρίας. Στους συγγραφείς τής ελληνιστικής εποχής το εθνωνύμιο Γραικοί σημαίνει πλέον «Έλληνες», ο δε ιστορικός Προκόπιος (6ος αι. μ.Χ.) χρησιμοποιεί τις δύο ονομασίες ως περίπου συνώνυμες (Ἀνέκδ. 24.7: ἐπικαλοῦντες τοῖς μὲν ὡς Γραικοὶ εἶεν, ὥσπερ οὐκ ἐξὸν τῶν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸ παράπαν τινὶ γενναίῳ γενέσθαι). Η ονομασία είναι εν χρήσει σε όλη τη διάρκεια τής Τουρκοκρατίας, αλλά με την ίδρυση τού νέου ελληνικού κράτους καθιερώνεται αποκλειστικά το εθνωνύμιο Έλληνες.
Ο μέγας γλωσσολόγος ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, εξηγώντας τη διάδοση του ονόματος, αναφέρει: «λαοί τινες ὠνομάσθησαν ὑπὸ τῶν γειτόνων αὐτῶν κατά τινα μικρὰν μερίδα ἢ φυλὴν τοῦ ὅλου ἔθνους, ἣν πρώτην ἐγνώρισ[α]ν· πρβλ. Graii και Graeci-Γραικοὶ ἀπὸ μικρᾶς τινος ὁμάδος Ἑλλήνων Γραίων καὶ Γραικῶν καλουμένων, οἵτινες ἀπὸ τῆς ἐν Βοιωτίᾳ Τανάγρας ἀπῴκησαν πάλαι εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἐγνωρίσθησαν πρῶτοι ἐκ τῶν Ἑλλήνων εἰς τοὺς Ἰταλούς» («Ελλάς και Έλληνες», Ημερολόγιον Μεγάλης Ελλάδος 4, 1925, σελ. 98). Από το αρχ. Γραικός μέσω τού λατ. Graecus έχουν προέλθει οι περισσότερες αντίστοιχες ονομασίες στις ευρωπαϊκές γλώσσες: αγγλ. Greek, γαλλ. Grec, γερμ. Grieche, ιταλ. Greco, ισπ. Griego κ.ά.
γραικύλος «ξεπεσμένος, δουλοπρεπής Έλληνας»
ETYM. < λατ. Graeculus, υποκορ. τού Graecus «Έλληνας», λ. που χρησιμοποιούσαν περιφρονητικά οι Ρωμαίοι για όσους συμπατριώτες τους προσπαθούσαν να μιμηθούν ελληνικούς τρόπους, προφορά και συμπεριφορά (τους αποκαλουμένους και Graecissantes «ελληνίζοντες»).





