επιφάνεια

επιφάνεια (η) {επιφανειών}
1. η εξωτερική όψη, που δημιουργεί την πρώτη οπτική (ή άλλη) εντύπωση: ~ τού νερού / τής θάλασσας / τού δέρματος || λεία / τραχιά ~ ΑΝΤ. εσωτερικό, πυρήνας, βάθος·  ΦΡ. (μτφ.) (α) βγαίνω/έρχομαιστηνεπιφάνεια (μτφ.) αποκαλύπτομαι, έρχομαι στο φως, φανερώνομαι: η εγκληματική τους δράση ήρθε στην επιφάνεια || βγαίνουν συνέχεια στην επιφάνεια νέα στοιχεία για την υπόθεση (β) φέρνω(κάτι)στηνεπιφάνεια αποκαλύπτω, φέρνω στο φως: οι εφημερίδες έφεραν στην επιφάνεια παλαιές οικονομικές ατασθαλίες τής επιχείρησης
2. (μτφ.) η φαινομενική (συχνά και επίπλαστη) εικόνα των πραγμάτων, κατ’ αντιδιαστολή προς το βάθος και την ουσία: παρασυρόταν από την ~ των γεγονότων || έμενε στην ~ των πραγμάτων και δεν προχωρούσε σε βάθος ΣΥΝ. επίφαση ΑΝΤ. βάθος, ουσία
3. ΜΑΘ. το σύνολο των ακραίων σημείων ενός σώματος (ή γεωμετρικού σχήματος), τα οποία προσδιορίζουν τη μορφή τού σώματος: επίπεδη / κυλινδρική / καμπύλη / κωνική ~
4. OΙΚOΝ. η έκταση τής οικονομικής δύναμης ατόμου ή οικονομικού οργανισμού: επιχείρηση με μεγάλη (οικονομική) ~
5. ΘPΗΣΚ. (κυρ. κατά την αρχαιότητα) η αποκαλυπτική εμφάνιση ενός θεού στους ανθρώπους: η ~ τής θεάς Aθηνάς στον Tηλέμαχο.  ☛ ΣΧΟΛΙΟ λ. Θεοφάνια.

[ΕΤΥΜ. αρχ. < ἐπιφανής. Στην Κ.Δ. η λ. έχει τη σημ. «εμφάνιση» (Β΄ Tιμόθ. 4, 8: πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ). Η σημ. τής οικονομικής, κοινωνικής κ.λπ. επιφάνειας αποτελεί απόδοση τού γαλλ. surface].

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο