στόχος - στοχάζομαι

ΕΤΥΜ. αρχ., αρχικώς «χτιστός στύλος - σημάδι», < θέμα στοχ-, το οποίο ανάγεται σε Ι.Ε. ρίζα με σημασία «κεντώ - είμαι οξύς, αιχμηρός» και συνδέεται ετυμολογικά με τη λ. στάχυ.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ
στοχ-εύω
↪ στόχευ-σηστοχ-άζομαι (βλ.λ.)

ΣΥΝΘΕΤΑ

στοχο-
στοχοθεσία | στοχοποιώ, στοχοποίηση | στοχοπροσήλωση

- άστοχος, αστοχώ, αστοχία

- εύστοχος, ευστοχώ, ευστοχία


στοχάζομαι

ΕΤΥΜ. αρχ., αρχικώς «στοχεύω - (μτφ.) κατευθύνω τις σκέψεις μου, σκέφτομαι βαθιά», < στόχ(ος) + επίθημα -άζω (-ομαι), πβ. κ. τρομ-άζω.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ
στόχα-ση

↪ στοχασ-ιά
στοχασ-μός
στοχασ-τής

↪ στοχάσ-τρια
στοχασ-τικός
στόχασ-τρο

ΣΥΝΘΕΤΑ

-στόχαστος, βαθυστόχαστος
- αστοχασιά
- αναστοχάζομαι, αναστοχασμός

Βλ.λ. στόχος

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο