θύραθεν

Καταχωρήθηκε στο Λεξιλογικά

θύραθεν (επίρρ.) (αρχαιοπρ.)

(ως επίθετο, σε αντιδιαστολή προς το εκκλησιαστικό) αυτός που έχει κοσμικό, μη εκκλησιαστικό περιεχόμενο.

~ λογοτεχνία / γραμματεία / σοφία / παιδεία (η κλασική παιδεία)

Το θέμα τής αποψινής ομιλίας είναι «Το Ευαγγέλιο στον σύγχρονο κόσμο: συναντήσεις με χριστιανούς και θύραθεν στοχαστές».

Μεταξύ άλλων, ο εκλιπών ασχολήθηκε με την επιμέλεια πατερικών και θύραθεν κειμένων.

Ίσως αντιτείνετε εις ταύτα, πολυσέβαστοί μου Ιεράρχαι, ότι ο Άγιος Βασίλειος και οι λοιποί πατέρες ήσαν σοφοί άνθρωποι, κάτοχοι τής τε ιεράς και τής θύραθεν παιδείας και ως εκ τούτου ηδύναντο ν’ αντιτάττωσιν ευαγγελικάς αληθείας και ευγλώττους φράσεις εις τα σοφίσματα των εχθρών τής πίστεως. ##(Εμμανουήλ Ροΐδης)

 ΕΤΥΜ. αρχαία λ., αρχικώς «έξω από την πόρτα, απέξω», < θύρα + επίθημα -θεν, χαρακτηριστικό των επιρρημάτων που δηλώνουν προέλευση (π.χ. μακρό-θεν, εντεύ-θεν). Στη μεσαιωνική γλώσσα το επίρρημα θύραθεν χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε θρησκευτικά κείμενα με τη σημασία «εξωεκκλησιαστικός, κοσμικός».

Εκτύπωση