θεομηνία

Καταχωρήθηκε στο Λεξιλογικά

1. οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επιφέρουν μεγάλες καταστροφές σε καλλιέργειες και κατασκευές (κτήρια, σπίτια, ειδικά διαμορφωμένους χώρους κ.λπ.): η ~ κατέστρεψε την πόλη || τα θύματα τής ~
ΣΥΝ. πλημύρα, νεροποντή, κακοκαιρια, κατακλυσμός, θύελλα ΑΝΤ. γαλήνη, αιθρία, ευδία (αρχαιοπρ.), χαρά Θεού

2. η έκφραση και εκδήλωση τής θεϊκής οργής μέσω καταστρεπτικών φαινομένων (λ.χ. ασθενειών) που πλήττουν τους ανθρώπους ΣΥΝ. (γενικότ.) κοσμοχαλασιά (λαϊκ.), χαλασμός (Κυρίου)

[ΕΤΥΜ. μτγν. < θεο- + -μηνία < μῆνις «οργή» (βλ.λ.). Η λ. υπονούσε ότι οι φυσικές καταστροφές αποτελούν έκφραση θεϊκής οργής].

Εκτύπωση