έκφανση

έκφανση (η)

κάθε εκδήλωση σε συγκεκριμένο χώρο δραστηριοτήτων· έκφραση.

Η νοοτροπία κάθε λαού φαίνεται στις ποικίλες εκφάνσεις τού βίου του.

Οι ιστορικοί αναγνωρίζουν τέσσερις διαφορετικές εκφάνσεις τής Ιεράς Εξέτασης: τη μεσαιωνική, την ισπανική, την πορτογαλική και τη ρωμαϊκή.

Ποίηση είναι η υψηλότερη έκφανση τού ρυθμικού λόγου. Ποίηση είναι λόγος που δεν περπατά αλλά χορεύει, που δεν μιλά αλλά τραγουδά (ακόμα κι όταν μόνον απαγγέλλεται). (Γ. Βαρθαλίτης)

ΝΕ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,

η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,

με την δική του έκφανσι τού ωραίου συγκινούνται. (Κ.Π. Καβάφης)

 ΕΤΥΜ. ελληνιστική λ. ἔκφανσις «φανέρωση, εκδήλωση» < αρχ. ἐκφαίνω / -ομαι «φανερώνω, φέρνω στο φως - εκδηλώνω» < ἐκ + φαίνω / -ομαι, πβ. επίσης απόφανση - αποφαίνομαι (βλ.λ.).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο