ρηξικέλευθος

Καταχωρήθηκε στο Λεξιλογικά

ρηξικέλευθος (-η, -ο)

(μτφ.) αυτός που έρχεται σε ρήξη με τα υπάρχοντα και ισχύοντα, που τολμά το νέο και πρωτοποριακό· νεωτεριστικός, καινοτόμος, ριζοσπαστικός· (για πρόσωπο) νεωτεριστής, ριζοσπάστης.

~ άποψη / μεταρρύθμιση / πνεύμα / ηγέτης / απόφαση

Πρόκειται για ρηξικέλευθη και εντελώς πρωτότυπη σκηνοθεσία ενός πολύ γνωστού έργου.

Σκοπός τού περιοδικού είναι να συγκεντρώσει αρθρογράφους με ρηξικέλευθες ιδέες.

Ένα από τα ρηξικέλευθα στοιχεία που εισήχθησαν στην εκπαίδευση είναι το τεστ δεξιοτήτων.

Όταν είχε διατυπωθεί εκείνη η ρηξικέλευθη για την εποχή της πρόταση, είχαν αντιδράσει οι πάντες.

ΕΤΥΜ. ελληνιστική λ. ῥηξικέλευθος «αυτός που ανοίγει δρόμο» (αρχικώς προσωνύμιο τού θεού Απόλλωνος) < αρχ. ῥῆξις (βλ. ρήξη) + κέλευθος «οδός, δρόμος - ταξίδι, πορεία».

Εκτύπωση