μεταρσιώνω - μεταρσίωση

Καταχωρήθηκε στο Λεξιλογικά

μεταρσιώνω

προκαλώ ψυχική ανάταση, εξυψώνω.

Η εικόνα τού Αινεία στην Ιλιάδα μεταρσιώνεται από αμιγώς στρατιωτική σε συγκινητικά ανθρώπινη, όταν φορτώνεται στους ώμους τον πατέρα του, Αγχίση, για να φύγει από την Τροία.

Ο μεταμελημένος πιστός βγαίνει μεταρσιωμένος από το εξομολογητήριο, νιώθοντας την ψυχή του να πετάει.

Έτσι, ο μιαρός Οιδίποδας, που προσέβαλε τους θεϊκούς νόμους, μεταρσιώνεται τώρα ως εκλεκτός των θεών.

μεταρσίωση (η), μεταρσιωτικός, -ή, -ό.

ΕΤΥΜ. αρχαία λ. μεταρσιῶ (-όω) «σηκώνω ψηλά, υψώνω» < μετάρσιος «αιωρούμενος ψηλά, μετέωρος» < *μετ-άρτ-ιος, που σχηματίστηκε από την πρόθεση μετά και από θέμα τού ρήματος αἴρω / ἀείρω «υψώνω, σηκώνω».

Εκτύπωση