Το λεξιλόγιο των χρωμάτων

Η προέλευση των λέξεων που δηλώνουν τα βασικά χρώματα είναι ποικίλη.
Θα μπορούσε σε γενικές γραμμές να λεχθεί ότι ελληνική προέλευση έχουν μόνο λίγες ονομασίες βασικών χρωμάτων και ότι, όσο προχωρούμε προς τις αποχρώσεις, τόσο πληθαίνουν οι ξένοι όροι (κατ’ εξοχήν από τη γαλλική γλώσσα). Ελληνικής αρχής είναι τα χρώματα: πράσινο (από το πράσο), κόκκινο (από τη λ. κόκκος, κυρίως «κόκκος πρίνου», από τον οποίο παρασκεύαζαν αυτό το χρώμα), ερυθρό (αρχ.), λευκό (αρχ.), γαλάζιο (από τον πολύτιμο λίθο τέτοιου χρώματος, ο οποίος ήταν γνωστός ως κάλαϊς), μαύρο (ανάγεται στο αρχ. επίθ. ἀμαυρός).
Τα υπόλοιπα χρώματα δηλώνονται από ξένους όρους, όπως: κίτρινο (από το κίτρο, λέξη λατινικής αρχής), άσπρο (από λατινική λέξη που προσδιόριζε αργυρά νομίσματα), καφέ (από τους κόκκους του καφέ, λέξη αραβικής αρχής), μπλε (γαλλ. bleu), μπεζ (γαλλ. beige), γκρι (γαλλ. gris), μοβ (γαλλ. mauve), ροζ (γαλλ. rose) κ.ά.
Διάφορα χρώματα αναφέρονται ευθέως στο αντικείμενο ή υλικό από το οποίο προέρχονται και συνήθως σχηματίζονται με την κατάληξη . Παραδείγματα: λαδί, σταχτί, βυσσινί, ασημί, σοκολατί, φιστικί, μελί κ.ά. Τέλος, όλοι οι χρωματικοί συνδυασμοί, καθώς και οι λεπτές αποχρώσεις, αποδίδονται με γαλλικούς όρους: γκρενά (grenat), βεραμάν (vert-amande), γκρι αρζάν (gris argent), σομόν (saumon), μπλε μαρέν (bleu marin), λιλά (lilas) κ.ά.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο