Ετυμολογία: μπακάλης - μπακάλικο

Οι λ. μπακάλης και μπακάλικο, που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα, προέρχονται από το τουρκ. bakkal και αυτό από το αραβ. baqqāl.

Η λ. μπακάλης έδωσε πολλές σύνθετες λέξεις και παράγωγα, καθώς και εκφράσεις, όπως μπακαλόγατος, μπακαλοδέφτερο, μπακαλόχαρτο, μπακαλίστικα, μπακάλικοι λογαριασμοί κ.ά. Από τα χαρακτηριστικά τής επαγγελματικής δραστηριότητας τού μπακάλη, που σημείωνε τις παραγγελίες ή τα χρέη σε πρόχειρα χαρτιά, έκανε πρόχειρους υπολογισμούς με απλές αριθμητικές πράξεις κ.λπ., οι παραπάνω λέξεις απέκτησαν σκωπτική, ειρωνική ή και μειωτική σημασία, π.χ. αυτός είναι μπακάλης (δηλ. δουλεύει πρόχειρα ή εμπειρικά), κάνει μπακάλικους λογαριασμούς (δηλ. πρόχειρους, όχι ακριβείς), θα τα πω μπακαλίστικα, για να το καταλάβουν όλοι (δηλ. θα τα πω όσο πιο απλά γίνεται), τα έγραψε σε ένα μπακαλόχαρτο (δηλ. πρόχειρο ή και βρόμικο χαρτί) κ.λπ.

Τις λέξεις μπακάλης και μπακάλικο τις συμπεριέλαβε ο Σκαρλάτος Βυζάντιος στα μέσα τού 19ου αι. στον κατάλογο των λεγόμενων «εκφυλλοφορητέων» λέξεων που προσέθεσε στο λεξικό του, δηλ. στις λέξεις που πρέπει να αποβληθούν από το λεξιλόγιο τής ελληνικής γλώσσας λόγω τής ξένης προέλευσής τους. Ήδη οι λόγιοι είχαν επανεισαγάγει τις λ. παντοπωλεῖον και παντοπώλης τον 19ο αιώνα και είχαν πλάσει επίσης τον όρο παντοπωλική αντί τού μπακαλική.

Στην εποχή μας, η επέλαση των σούπερ μάρκετ σχεδόν εξαφάνισε τα μπακάλικα / παντοπωλεία και επέβαλε τον ξένο όρο, αφού η ελληνική του απόδοση υπεραγορά βρήκε πολύ περιορισμένη απήχηση και υιοθετήθηκε από ελάχιστες τέτοιες επιχειρήσεις, ενώ οι Έλληνες ομιλητές δεν τη χρησιμοποίησαν στον λόγο τους.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο