ένδεια

Καταχωρήθηκε στο Λεξιλογικά

1. η έλλειψη, η στέρηση.
η ~ αγαθών πρώτης ανάγκης || (μτφ.) πνευματική / ηθική ~ || (μτφ.) ~ έμπνευσης / πρωτοτυπίας / πολιτικού λόγου / θάρρους / ικανών στελεχών
Η σκέψη του στερείται ρεαλισμού, αποκαλύπτει ένδεια ιδεών και απουσία συγκεκριμένων προτάσεων.
Το Μουντιάλ ουσιαστικά επιβεβαίωσε την ένδεια ταλέντου στο ποδόσφαιρο τής χώρας.
Είτε το ένα συμβαίνει είτε το άλλο, η επανάληψη των ίδιων κοινότοπων και τετριμμένων ισχυρισμών φανερώνει ένδεια επιχειρημάτων…

2. (ειδικότερα) η έλλειψη οικονομικών πόρων, η φτώχεια.
Τον κώδωνα τού κινδύνου έκρουσε ο Ο.Ο.Σ.Α. για τις εισοδηματικές ανισότητες και την ένδεια στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, περίπου το 50% όσων ζουν σε ένδεια έχασαν την εργασία τους μέσα στα τελευταία δύο χρόνια.

Εκτύπωση