Ετυμολογία και συνώνυμα: φτώχια

Καταχωρήθηκε στο Λεξιλογικά

 

ΕΤΥΜ. < φτωχός, κατά το σχήµα φτηνός – φτήνια, γυµνός – γύµνια κ.λπ. H γρ. φτώχεια προϋποθέτει παραγωγή από το αρχ. πτωχεία, κάτι που δεν δικαιολογείται λόγω τού τονισµού τής λ. (πβ. δουλεία – δουλειά, εσοδεία – σοδ(ε)ιά, υγεία – (υ)γειά κ.ά.), οπότε θα αναµενόταν πτωχεία – *φτωχειά.

φτώχια: συνώνυµα
H έννοια τής «στέρησης των αναγκαίων πόρων ζωής», δηλ. τής φτώχιας, υπήρξε από τα αρχαία χρόνια ενδηµούσα κατάσταση σε µια µικρή χώρα µε περιορισµένους φυσικούς και υλικούς πόρους, όπως η Eλλάδα. Ως εκ τούτου, το σχετικό λεξιλόγιο ήταν και είναι αρκετά πλούσιο. Oι αρχαίοι εξέφρασαν τη φτώχια µε τη λ. πενία (πένοµαι, πένης· οµόρρ. τού πόνος, πονώ «µοχθώ, εργάζοµαι», πενιχρός). O Hρόδοτος (7, 102) έχει πει το χαρακτηριστικό: τῇ Ἑλλάδι πενίη σύντροφός ἐστι [...] (ἀρετῇ) δὲ χρωµένη τῇ πενίῃ ἐπαµύνεται (στην Eλλάδα µόνιµος σύντροφος είναι η φτώχια [...], αντιµετωπίζει δε τη φτώχια χρησιµοποιώντας την αρετή»). Πενία ήταν η αξιοπρεπής φτώχια, όταν κανείς καταφέρνει να εξοικονοµεί τα αναγκαία µε το µεροκάµατο, αφού πένης ήταν ο φτωχός εργάτης, ο µεροκαµατιάρης (σε αντίθεση µε τον πλούσιο ή τον δυνάµενον «εύπορο»). Πτωχεία, αντιθέτως, στους αρχαίους είναι η παντελής έλλειψη των προς το ζην, που καταλήγει στην επαιτεία, τη ζητιανιά· πτωχός είναι ο ζητιάνος. O Aριστοφάνης στον Πλούτο (στ. 553) ορίζει τη διαφορά πτωχού και πένητος ως εξής: πτωχοῦ µὲν γὰρ βίος [...] ζῆν ἐστὶ µηδὲν ἔχοντα· τοῦ δὲ πένητος ζῆν φειδόµενον καὶ τοῖς ἔργοις προσέχοντα (ας σηµειωθεί ότι η λ. πτωχός συνδέεται ετυµολογικά µε το αρχ. πτήσσω «ζαρώνω από τον φόβο µου» και ότι πτωχός είναι «ο ζαρωµένος, ο φοβισµένος, ο κακοµοίρης»). Στη N. Eλληνική επικράτησε ως γενική για «τη στέρηση πόρων προς το ζην» η λ. φτώχια (από το φτωχός κατά τα φτηνός – φτήνια κ.τ.ό.), ενώ η πενία είναι τυπικότερος οικονοµικός όρος. H απορία δηλώνει τη βεβαιωµένη (εγγράφως και τυπικώς) έλλειψη πόρων ζωής, ενώ οι λ. ένδεια (από το ενδεής «στερούµενος»), ανέχεια (έχω) και στέρηση δηλώνουν (άτυπα) επίσης την έλλειψη πόρων για να ζήσει κανείς. H λ. ζητιανιά είναι ό,τι το αρχ. πτωχεία, δηλ. η επαιτεία. Mια σειρά λ., όπως δυστυχία, µιζέρια και εξαθλίωση, δηλώνουν τα υλικά, κοινωνικά και ψυχολογικά αποτελέσµατα τής φτώχιας, ενώ την έλλειψη χρηµάτων, που συνιστά τη φτώχια και την ανέχεια, ο λαός µε πικρόχολο χιούµορ χαρακτήρισε ως απενταρία (απένταρος < πεντάρα), αδεκαρία (αδέκαρος < δεκάρα), αφραγκιά (άφραγκος < φράγκο) και αναπαραδιά (ανα- στερητ. + παράδες «χρήµατα»).

Εκτύπωση