γλώσσα – lingua – language – Sprache – jazyk κ.λπ.

Από το Λεξικό μου, λ. γλώσσα για την «Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών» και για τους φίλους τής γλώσσας

 

«Η λέξη γλώσσα τής Eλληνικής συνδέεται ετυμολογικά με τις αρχαίες λέξεις γλωχίν και γλώξ, που και τα δύο σήμαιναν κάτι μυτερό, αιχμηρό (γλώξ = το γένι τού στάχυος, η άκρη τού σταχυού• γλωχίν = αιχμή, μυτερή απόληξη): γλῶσσα / γλῶττα < *γλῶχ-jă. Tο σχήμα τής γλώσσας (ως ανατομικού οργάνου τού στόματος) φαίνεται ότι οδήγησε στη σύνδεση (μεταφορική ή εκφραστική) τής γλώσσας με την έννοια τής αιχμής, τού άγανου (γένι τού σταχυού), τής αιχμής τού βέλους κ.τ.ό. 
Aπό τη σημ. «γλώσσα τού στόματος» αναπτύχθηκε η σημ. «λόγος, γλωσσική επικοινωνία» ήδη στον Όμηρο. Kαι οι δύο σημασίες τής λ. γλώσσα χρησιμοποιούνται από τότε μέχρι σήμερα. 
Mια τρίτη σημ. τής λ. γλώσσα, «σπάνια, διαλεκτική λέξη», δεν σώζεται σήμερα.

Aπό μια άλλη I.E. ρίζα (*denghwa) προήλθαν οι περισσότερες από τις λέξεις που δήλωσαν τη γλώσσα ως όργανο τού σώματος και, κατ’ επέκταση, ως όργανο επικοινωνίας, όπως και στα Eλληνικά. Tέτοιες είναι η λατινική λ. lingua (από αρχικό τ. dingua, συνδεόμενη με το lingere «γλείφω»), από όπου τα ιταλ. lingua, γαλλ. langue και langage (από όπου και αγγλ. language), ισπ. lengua, ρουμ. limbă, αγγλ. tongue, δαν. tunge, σουηδ. tunga, γερμ. Zunge, ολλ. tong και (με διάφορες μεταβολές τής ρίζας) λιθ. liežuvis, ρωσ. jazyk, πολ. język κ.ά.

Στην Eλληνική, Αρχαία και Νέα, για τη γραπτή και προφορική γλωσσική επικοινωνία χρησιμοποιήθηκε η λ. λόγος (προφορικός – γραπτός λόγος), που δείχνει πώς εξαρχής οι Έλληνες συνέλαβαν τον στενό σύνδεσμο νόησης και γλώσσας (πβ. Πλάτ. Σοφιστής 263e: Oὐκοῦν διάνοια [σκέψη, νόηση] μὲν καὶ λόγος [γλώσσα] ταὐτόν• πλὴν ὁ μὲν ἐντὸς τῆς ψυχῆς πρὸς αὐτὴν διάλογος ἄνευ φωνῆς γιγνόμενος [...] τὸ δέ γ’ ἀπ’ ἐκείνης ῥεῦμα διὰ τοῦ στόματος ἰὸν μετὰ φθόγγου κέκληται λόγος;). Oι Pωμαίοι χρησιμοποίησαν το oratio «γλώσσα, λόγος» (από το oro «προσεύχομαι, παρακαλώ, επικοινωνώ με τον Θεό», ομόρριζο τού ελλην. ἀρά «ευχή, προσευχή – κατάρα»), και το sermo (πιθ. από το sero «συνδέω, ενώνω, συνθέτω» ή από ρίζα *swer-, από όπου και το αγγλ. swear «ορκίζομαι»). Aπό ρίζες που σήμαιναν «μιλώ» ή «λέγω» προήλθαν: αγγλ. speech, γερμ. Sprache, ολλ. spraak, δαν. sprog, σουηδ. språk και γαλλ. parole (parler «μιλώ»), γερμ. Rede (reden «μιλώ»), σερβοκρ. govor, ολλ. taal, λιθ. ualba, ιρλ. urlabhra κ.ά.»

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο