μάγκας - ρεμπέτης

Μια παρέα ακολουθούντων το προσωποδίκτυό μου (ΦΒ) ρωτούν για την προέλευση των λέξεων ρεμπέτης και μάγκας κι αν έχουν σχέση μεταξύ τους. Ετυμολογικά δεν έχουν σχέση, σημασιολογικά πέρασαν και οι δύο λέξεις από τη σημασία «περιθωριακός».

 ρεμπέτης

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ρεμπέτης Aβεβ. ετύμου, πιθ. < τουρκ. ribat < αραβ. ribaṭ «στρατώνας – ομάδα ατάκτων στρατιωτών που έκλεβαν και λεηλατούσαν». Πηγές σχετικά με τέτοιους στρατώνες στην Ιταλία τού 10ου αι. αναφέρουν ότι, επειδή είχαν σχεδόν εγκαταλειφθεί από την κεντρική διοίκηση, όσοι έμεναν εκεί κατέληξαν να ζουν εξαθλιωμένοι, να επαιτούν ή να κλέβουν και να λεηλατούν. Βαθμηδόν η λ. έφτασε να σημαίνει «περιθωριακός» και έτσι χαρακτηρίζονταν στην αρχή οι συνθέτες των ρεμπέτικων τραγουδιών.

μάγκας 
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ μάγκας < μάγκα (η) «ομάδα ατάκτων πολεμι-στών επί Τουρκοκρατίας» < αλβ. mangë < τουρκ. manga «διμοιρία πολεμιστών» < παλ. ιταλ. banka / banca «πάγκος κωπηλατών γαλέρας».
ΣΧΟΛΙΟ [Από το (μεγάλο) μου «Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας» (4η έκδ. 2012)]



μάγκας, μαγκιά – κουτσαβάκης
Η βενετσιάνικη ναυτική λέξη banco, που δήλωνε τον πάγκο όπου κάθονταν οι κωπηλάτες στη γαλέρα (galia), έδωσε διάφορους παραλλαγμένους τύπους στις μεσογειακές γλώσσες, όπως banka, manka και manga. Η τελευταία απέκτησε επίσης στην τουρκική ναυτική γλώσσα τη σημασία «σύνολο ναυτών συγκεντρωμένων για φαγητό» και στη συνέχεια πέρασε στη στρατιωτική ορολογία δηλώνοντας «οκταμελή ομάδα στρατιωτών, ενωμοτία». Μέσω αλβανικού τύπου με μειωτική σημασία («αλήτης, χαμίνι»), η λ. πέρασε στην Ελληνική με τη σημερινή σημασία δηλώνοντας περιθωριακούς τύπους των αστικών κέντρων, συχνά με παράνομη δράση.
Συνήθως οι μάγκες ταυτίζονται με τους λεγόμενους κουτσαβάκηδες, περιθωριακούς τύπους τού τέλους τού 19ου και των αρχών τού 20ού αιώνα στην Αθήνα, οι οποίοι είχαν ιδιαίτερες ενδυματολογικές επιλογές, έφεραν ζωνάρι και μαχαίρι, περπατούσαν γέρνοντας προς τη μία πλευρά και μιλούσαν με επιτηδευμένο, βαρύ τρόπο. Τρόφιμοι των φυλακών, συχνά πληρωμένοι τραμπούκοι των πολιτικών κομμάτων, θαμώνες των ταβερνείων και των καταγωγίων, τρομοκρατούσαν τους πολίτες, μέχρι που ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών Μπαϊρακτάρης (1833-1900) κατάφερε να τους διαλύσει και να αποκαταστήσει την τάξη στην περιοχή τού Ψυρρή και αλλού. Η προέλευση τής λέξης κουτσαβάκης είναι αβέβαιη. Κατά μία εκδοχή προέρχεται από το ρήμα κουτσαίνω λόγω τού ιδιαίτερου τρόπου βαδίσματος, μέσω τού τύπου κούτσαβος, που σήμαινε το ίδιο με το κουτσαβάκης. Η εκδοχή αυτή έχει ετυμολογικές δυσκολίες και δεν είναι πειστική. Σύμφωνα με πιθανότερη εκδοχή, η λέξη προέρχεται από το επώνυμο ενός υπαρκτού προσώπου (Δημήτριος Κουτσαβάκης), τού οποίου η ταραχώδης θητεία στο ιππικό λέγεται ότι στάθηκε αφορμή για να χρησιμοποιηθεί το επώνυμό του για τον χαρακτηρισμό των εν λόγω περιθωριακών τύπων τής παλαιάς Αθήνας.
Η έννοια τού μάγκα, ενώ έχει ως αφετηρία το συγκεκριμένο αστικό κοινωνικό περιθώριο, την παρανομία, την άνευ σκοπού περιπλάνηση (αλητεία), την άσκηση βίας, το νταηλίκι κ.λπ., μετατοπίζεται στις πρώτες δεκαετίες τού 20ού αιώνα προς την εικόνα τού καλοντυμένου λαϊκού ανθρώπου, που «του αρέσουν τα ωραία», όπως έλεγε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Έτσι, η λέξη μάγκας έγινε και εύσημη (απέκτησε και καλή σημασία), δηλώνοντας σταδιακά επίσης τον ικανό, τον καπάτσο, τον καταφερτζή. Με την πάροδο τού χρόνου και την πλήρη εξαφάνιση των μαγκών ως ξεχωριστής κοινωνικής ομάδας, η λέξη έμεινε να δηλώνει τον άνδρα με τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας (τα μάγκικα) και το ύφος που είχαν οι παλιοί μάγκες, στοιχεία που χαρακτήριζαν πολλούς λαϊκούς ανθρώπους, οι οποίοι συχνά σατιρίζονταν εξαιτίας τους σε θεατρικές επιθεωρήσεις, στον κινηματογράφο κ.λπ. Παράλληλα, το μάγκας δήλωσε και τον ικανό, αυτόν που τον παραδέχονται οι άλλοι για τις ικανότητές του (π.χ. μπράβο, είσαι μάγκας!). Ως λέξη έδωσε διάφορα σύνθετα και παράγωγα, όλα εκφραστικές νεοελληνικές λέξεις, με έντονο βιωματικό περιεχόμενο: βαρύμαγκας, γεροντόμαγκας, αρχοντόμαγκας, ψευτόμαγκας, μαγκάκι, μαγκίτης, τζάμπα μάγκας κ.ά.
Η λ. μαγκιά, από την παλαιότερη σημασία τού συνόλου των μαγκών (περιληπτική λέξη) και τής ιδιότητας τού μάγκα, περιορίστηκε να δηλώνει την παράτολμη πράξη που μπορεί να βλάψει αυτόν που την επιχειρεί (π.χ. άσε τις μαγκιές όταν οδηγείς!), αλλά και την ξεχωριστή ικανότητα κάποιου να επιτυγχάνει εκεί όπου άλλοι αποτυγχάνουν (π.χ. μαγκιά του που τα κατάφερε!)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο