English - Under Construction
βιογραφικόδραστηριότηταετυμοπερίεργαγνωστά έργαεργογραφίαάρθρα/μελέτεςοπτικοακουστικό υλικό
επιφυλλίδαεπικαιρότηταλεξιλόγιοεπικοινωνία
| Share
  
 

:: Υπάρχει αναδιπλασιασμός στα ρήματα σήμερα ;


Ο αναδιπλασιασμόςδιπλασιασμός), ο οποίος χαρακτήριζε τον σχηματισμό των συντελικών λεγομένων χρόνων τής αρχαίας μας γλώσσας (Παρακειμένου, Υπερσυντέλικου, Συντελεσμένου Μέλλοντος) καθώς και τής λόγιας γλωσσικής παράδοσης (καθαρεύουσας), έπαψε να χρησιμοποιείται σταδιακώς από τους χρόνους τής Κοινής. Οι συντελικοί χρόνοι σύμφωνα με μια γενικότερη τάση τής Ελληνικής κι αφού πέρασαν από διάφορες μορφές (όπως λ.χ. έχω γράψαι) εκφράστηκαν περιφραστικά : γέγραφα > έχω γράψει, εγεγράφειν > είχα γράψει, γεγραφώς έσομαι > θα έχω γράψει.
Ωστόσο, με την επίδραση τής λόγιας γλώσσας που χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες ως επίσημη γραπτή γλώσσα, παγιώθηκαν και διατηρούνται στη χρήση μέχρι σήμερα αρκετές μετοχές παρακειμένου με διπλασιασμό, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως επίθετα. Παραδείγματα : (βάλλω) επιβεβλημένος, καταβεβλημένος, προβεβλημένος, συμβεβλημένος, προσβεβλημένος – (βίαζομαι) βεβιασμένος – (γράφω) εγγεγραμμένος, παραγεγραμμένος, προδιαγεγραμμένος) – (δεικνύω) ενδεδειγμένος, αποδεδειγμένος – (δηλώνω) δεδηλωμένη [εμπιστοσύνη τής Βουλής] – (δικάζω) δεδικασμένο – (δίνω) δεδομένος [όχι δεδόμενος!], δεδομένα, διαδεδομένος, εκδεδομένος – (δουλεύω) δεδουλευμένα – (εκφράζω) εκπεφρασμένος – (εντέλλομαι) εντεταλμένος – (επιτρέπω) επιτετραμμένος – (θέτω) διατεθειμένος, προδιατεθειμένος, κατατεθειμένος, συντεθειμένος, μετατεθειμένος, εκτεθειμένος – (θλω) τεθλασμένος – (καλύπτω) κεκαλυμμένος, συγκεκαλυμμένος, (κόβω) διακεκομμένος, συγκεκομμένος – (καλώ) προσκεκλημένος – (κρίνω) συγκεκριμένος, διακεκριμένος, εγκεκριμένος [Προσοχή ! γράφονται με ένα -μ-, διότι σχηματίζονται από το θέμα κρι- (κρί-θηκα) και όχι από το κριν-(κρίν-ω)] – (κτώμαι) κεκτημένα – (λαμβάνω) ειλημμένος, κατειλημμένος, προκατειλημμένος, ανειλημμένος, επανειλημμένος [Προσοχή ! γράφονται με δύο -μ- (λόγω τού -β που υπάρχει στο θέμα έ-λαβ-α, λαμβ-άνω) και ένα -λ] – (λείπω) εγκαταλελειμμένος – (λογίζω) λελογισμένος – (μειγνύω) αναμεμεμιγμένος – (μονώ) μεμονωμένος – (παλαιώ) πεπαλαιωμένος – (πατώ) πεπατημένη – (πιέζω) πεπιεσμένος – (προχωρώ) προκεχωρημένος – (σημαίνω) σεσημασμένος – (τάσσω) διατεταγμένος, παρατεταγμένος, συντεταγμένος – ( τείνω) τεταμένος, εκτεταμένος, παρατεταμένος [με ένα –μ-, διότι από θέμα τα- (ε-τά-θην) και όχι από το τειν-] – (τέμνω) τετμημένος, συντετμημένος, περιτετμημένος, κατατετμημένος – (τελώ) τετελεσμένος – (τήκω) τετηγμένος – (τρίβω) τετριμμένος – (συγχέω) συγκεχυμένος



« επιστροφή

 

2009 - 2017 | | |  RSS |
 
Powered by Webiz