English - Under Construction
βιογραφικόδραστηριότηταετυμοπερίεργαγνωστά έργαεργογραφίαάρθρα/μελέτεςοπτικοακουστικό υλικό
επιφυλλίδαεπικαιρότηταλεξιλόγιοεπικοινωνία
| Share
 
ΑΒΓΔΕ
 
ΖΗΘΙΚ
 
ΛΜΝΞΟ
 
ΠΡΣΤΥ
 
ΦΧΨΩ
  
 

τύρβη

< αρχ. τύρβη «αναστάτωση, αταξία»∙ ομόρριζο: τυρβάζω)
= θόρυβος, ταραχή, βαβούρα
π.χ. «Δεν μπορούσε να υποφέρει άλλο την τύρβη τής πρωτεύουσας και πήγε να ζήσει στην επαρχία»



« επιστροφή

 

Όλα τα δικαιώματα έχουν δεσμευτεί © 2009 - 2014 | Όροι Χρήσης Ιστοτόπου | Χάρτης Ιστοτόπου |  RSS | Αρχική
 
Powered by Webiz