English - Under Construction
βιογραφικόδραστηριότηταετυμοπερίεργαγνωστά έργαεργογραφίαάρθρα/μελέτεςοπτικοακουστικό υλικό
επιφυλλίδαεπικαιρότηταλεξιλόγιοεπικοινωνία
| Share
 
ΑΒΓΔΕ
 
ΖΗΘΙΚ
 
ΛΜΝΞΟ
 
ΠΡΣΤΥ
 
ΦΧΨΩ
  
 

αήθης

(αρχαία λέξη ἀήθης< στερητ. ἀ- + ἦθος«συνήθεια»· αρχική σημ. «ασυνήθιστος», απ’ ὀπου μετά «ανάρμοστος, απρεπής». Ομόρριζα : συν-ήθης, κακο-ήθης, καλο-ήθης κ.ά. Ο τύπος τού ουδετέρου είναι άηθες· πρβλ. και σύνηθες)
= ανάρμοστος, απρεπής, αισχρός
π.χ. «Η αήθης συμπεριφορά του εξένισε τους πάντες και προκάλεσε πολύ δυσμενείς εντυπώσεις»



« επιστροφή

 

Όλα τα δικαιώματα έχουν δεσμευτεί © 2009 - 2014 | Όροι Χρήσης Ιστοτόπου | Χάρτης Ιστοτόπου |  RSS | Αρχική
 
Powered by Webiz