Α

    αμετροέπεια

     (λόγια λέξη [1887] < αρχ. ἀμετροεπής < ἄμετρος+ ἔπος «λόγος»)

    = έλλειψη μέτρου στα λεγόμενα, πολυλογία, κενολογία

    «Παρά την αναμφισβήτητη μόρφωσή του η αμετροέπεια στους λόγους του προκαλεί  δυσμενείς εντυπώσεις και τον αδικεί»

    αδρομερής

     (αρχ. λέξη < ἁδρός «μεγάλος, έντονος» + μέρος)

    = προέχων, έντονος — χοντρικός, γενικός

    «Αναγνωρίστηκε εύκολα από τα αδρομερή χαρακτηριστικά τού προσώπου του»

    «Θα περιοριστούμε τώρα σε αδρομερή εξέταση τού θέματος και θα ακολουθήσει λεπτομερής εξέταση από ειδικούς»

    ατραπός

    (αρχ. ἀτραπός < ἀ- αθροιστικό + τραπ- «πατώ»)

    = μονοπάτι, στενός δρόμος

    «Για να πετύχεις στη ζωή, θα χρειαστεί να περάσεις από λεωφόρους αλλά, κυρίως, από δύσβατες ατραπούς»

    ατασθαλίες

    (αρχ. ἀτασθαλίαι < [κατά μία ετυμολογία] ἄτη «συμφορά» + θάλλω < [από τη φράση] ἄτας θάλλων «ο γεμάτος από συμφορές»)

    = παραπτώματα (ιδίως οικονομικά), παρεκτροπές

    «Η επιχείρηση τελικά χρεοκόπησε, μολονότι δεν σημειώθηκαν οικονομικές ή άλλες ατασθαλίες».

    αποφορά

    (αρχαία λέξη [< αποφέρω] με αρχική σημασία «ό,τι αποφέρει φόρους» και μετέπειτα «ό,τι αποφέρει / αποπνέει  δυσάρεστη οσμή», άρα «δυσωδία»)

    = δυσωδία, άσχημη οσμή, βρόμα

    «Η αποφορά τής διαφθοράς πλημύρισε τη χώρα. Είναι καιρός να καθαρίσει η χώρα από αυτή την κόπρο τού Αυγείου»

    αήθης

    (αρχαία λέξη ἀήθης < στερητ. ἀ- + ἦθος «συνήθεια»· αρχική σημ. «ασυνήθιστος», απ’ ὀπου μετά «ανάρμοστος, απρεπής». Ομόρριζα : συν-ήθης, κακο-ήθης, καλο-ήθης κ.ά. Ο τύπος τού ουδετέρου είναι άηθες· πρβλ. και σύνηθες)

    = ανάρμοστος, απρεπής, αισχρός

    «Η αήθης συμπεριφορά του εξένισε τους πάντες και προκάλεσε πολύ δυσμενείς εντυπώσεις»   

     

    αργυρώνητος

    (αρχαία λέξη ἀργυρώνητος < ἄργυρος «χρήματα» + ὠνοῦμαι «αγοράζω»)

    = εξαγορασμένος, πουλημένος

    «Η πλειονοψηφία που έδωσε  τότε ψήφο εμπιστοσύνης  στην κυβέρνηση λέγεται ότι περιελάμβανε και τρεις αργυρώνητους από την αντιπολίτευση».

    αμετροέπεια

    (λόγια λέξη [1887] < αρχ. ἀμετροεπής < ἄμετρος+ ἔπος «λόγος»)

    = έλλειψη μέτρου στα λεγόμενα, πολυλογία, κενολογία

    «Παρά την αναμφισβήτητη μόρφωσή του η αμετροέπεια στους λόγους του προκαλεί  δυσμενείς εντυπώσεις και τον αδικεί»

    αρχολίπαρος

    (αρχαία. λ. < ἀρχή + λιπαρῶ «επιθυμώ»∙ πρβλ. εκ-λιπαρώ)   

    = αυτός που επιδιώκει αρχές και αξιώματα, φίλαρχος, αρχομανής

    «Χαρακτηρίζεται από τους φίλους του ως αρχολίπαρος, γιατί συνεχώς μιλάει και ενδιαφέρεται να καταλάβει κάθε μορφής εξουσία»

Β

    βότρυς, -υος

     (αρχαία λέξη, πιθ. προελληνική, όπως και το άμπελος)

    = τσαμπί

    « Η παράσταση στο αγγείο απεικονίζει νέους που κρατούν στα χέρια τους και σηκώνουν ψηλά βότρυες από μαύρα σταφύλια»

Γ

    γηγενής

    (αρχαία λέξη γηγενής < γῆ + -γενής)· ομόρριζα:  γένος, γενεά, γένεσις, γίγνομαι, γόνος, γεννῶ κ.ά. ομοιοπαράγωγα : ευ-γενής, α-γενής, ιθα-γενής,συγ-γενής κ.ά.

    = αυτός που κατοικεί στον ίδιο τόπο όπου έχει γεννηθεί, αυτόχθων

    «Από λάθη και παραλείψεις και κυρίως από έλλειψη παιδείας βρέθηκε σε αντίθεση ο γηγενής με τον εξωγενή ελληνισμό»  

     

    γεραρός

    γεραρός (-ά, -ό) (αρχαία λ., < γέρας «βραβείο, τιμητική αναγνώριση»)

    = αυτός που αξίζει τον σεβασμό· αξιοσέβαστος.

    «Ο ασκητής για πολλά χρόνια εγκαταβιούσε στη γεραρά Μονή Κουτλουμουσίου.»

    «Φοιτήσαμε στη γεραρά Ζωσιμαία Σχολή.»

    «Την επιστολή τού γεραρού συλλόγου υπέγραφε ο τότε πρόεδρός του, Νικόλαος Πολίτης.»  

    «Πού η γεραρά μορφή σου απεκρύφθη, μεγαλόφωνε Αισχύλε, πού; (Δημήτριος Βερναρδάκης)»

    γλαφυρός

    (αρχαία λ., που συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα γλύφω «λαξεύω, σμι­λεύω, σκαλίζω» (> γλυπτός), πράγμα που εξηγεί την αρχική σημασία «σκαμμέ­νος κοίλος, βαθουλωτός». Συνδέεται ετυμολογικά με τη λ. γλυφίδα (< αρχ. γλυ­φίς, -ίδος «σμίλη»).

    = 1. (για ύφος, κείμενο, ομιλία) αυτός που χαρακτηρίζεται από παραστατική, κομψή και λογοτεχνική διατύπωση· κομψός, χαριτωμένος.

     «Στο κείμενό σου καταφέρνεις να περιγράψεις μια πολύ κοινή κατάσταση με ιδι­αίτερα γλαφυρό τρόπο».

    «Τέτοιου είδους γλαφυρά σχόλια δεν ταιριάζουν σε επιστημονικό δημοσίευμα, που πρέπει να έχει ουδέτερο ύφος».

    = 2. (για ομιλητή, συγγραφέα) αυτός που εκφράζεται με άνεση και κομψότητα.

    «Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα ικανός ομιλητής, στον γραπτό του λόγο αποδεικνυόταν εξαιρετικά συστηματικός και απρόσμενα γλαφυρός».

    Ο υπουργός ήταν πάλι γλαφυρός στον διάλογό του με τους δημοσιογράφους.

    «Ενώ είναι γλαφυρότατος στις περιγραφές του σχετικά με την πόλη και τα αξιοθέ­ατά της, δεν αναφέρει τίποτα για τους πληθυσμούς που κατοικούσαν εκεί».  

Δ

    διαρρήδην

    (αρχ. < διά + ρη- (πβ. ρή-ση, ρη-τός, ρή-μα) + δην (πβ. άρ-δην, φύρ-δην μίγ-δην)

    = κατηγορηματικά, ρητά, απερίφραστα

    «Απέκλεισαν διαρρήδην την επιμήκυνση τού χρόνου αποπληρωμής τού χρέους»

Ε

    εξεζητημένος

    (αρχ. ἐξεζητημένος < έκζητῶ «απαιτώ, ζητώ πολλά)  

    = επιτηδευμένος, αφύσικος, παρατραβηγμένος

    «Η εξεζητημένη εμφάνισή του στο ντύσιμο, στον τρόπο ομιλίας, στην όλη συμπεριφορά του οδήγησαν στην απόρριψή του από την κριτική  επιτροπή»

    ευάλωτος

    (αρχ. εὐάλωτος < εὖ «εύκολα» + ἁλωτός «κυριεύσιμος» < ἁλίσκομαι «κυριεύω»∙ πβ. ἑάλω ἡ Πόλις «κυριεύθηκε η Κωνσταντινούπολη»∙ ομόρριζα : άλωση, είλωτας, ουλή)

    = ευπρόσβλητος, εύκολα υποκύπτων

    «Είναι πολύ ευάλωτος σε κάθε μορφής αδυναμία: τσιγάρα, ποτά, γυναίκες κά.»

    ενδίδω

    (αρχ. ἐνδίδω < ἐν + δίδω «δίδω στα χέρια – παραδίδω – υποχωρώ», πβ. ομόρριζα ενδοτικός «υποχωρητικός» - ανένδοτος «ανυποχώρητος», αγγλ. give in) = υποχωρώ

    «Δεν ήταν διατεθειμένος να ενδώσει στις πιέσεις των αντιπάλων του»

    εγκολπώνομαι

    (αρχ. ἐγκολποῦμαι < ἐν + κόλπος «κοίλωμα, αγκάλη»)

    = ενστερνίζομαι, αγκαλιάζω, υιοθετώ

    «Οι αγωνιστές εγκολπώθηκαν τα διδάγματα τού Κοραή και πήραν τα όπλα»

    εξοβελίζω

    (νεότερη λέξη, μαρτυρείται από το 1814. Ανάγεται  στην αρχαία λέξη ὀβελός «σούβλα» - «μετάλλινη ράβδος» - «οριζόντια γραμμή σαν ράβδος που σημειωνόταν από τους εκδότες αρχαίων κειμένων για να δειχθεί ότι μια λέξη ή φράση  δεν είναι γνήσια και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, να απομακρυνθεί». Ομόρριζα : οβολός,  οβελίας «αρνί στη σούβλα», οβελιστήριο «ψησταριά»)

    = απορρίπτω, διώχνω

    «Τέτοιοι απαράδεκτοι και προσβλητικοί  χαρακτηρισμοί πρέπει να εξοβελιστούν από το πολιτικό λεξιλόγιο»

    ειδεχθής

    (αρχαία λέξη εἰδεχθής < εἶδος «μορφή» + ἔχθος «μίσος, έχθρα». Ομόρριζα : εχθρός, απεχθής)

    = απαίσιος, αποτρόπαιος

    «Η δολοφονία τόσων μικρών παιδιών σ’ ένα σχολείο στην Αμερική από έναν παράφρονα αποτελεί ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα των τελευταίων ετών»

     

    εγχείρημα

    (αρχαία λέξη ἐγχείρημα < ἐγχειρῶ «παίρνω στα χέρια μου, αναλαμβάνω» < ἐν + χεὶρ)

    = τολμηρή και δύσκολη προσπάθεια

    «Η ανόρθωση τής ελληνικής οικονομίας αποτελεί κυβερνητικό εγχείρημα με άδηλη έκβαση»

    ενδελεχής

    (αρχαία λ. ἐνδελεχής < ἐν + (αμάρτυρο) *δέλεχος, ομόρριζο των αρχ. δολιχός «μακρύς» και δόλιχος «(μακρός) δρόμος αντοχής»)

    = συνεχής, επίμονος, επιμελής

    «Για τέτοια μεγάλα επιστημονικά επιτεύγματα απαιτείται ενδελεχής έρευνα σε ειδικά εργαστήρια»

     

    επίνειο

    (αρχαία λέξη ἐπίνειον < ἐπὶ + νεῖος /νήιος [< ναῦς])

    = λιμάνι παρακείμενης πόλης

    «Ο Πειραιάς υπήρξε πάντοτε το επίνειο τής Αθήνας, που εξυπηρετούσε μεγάλο μέρος τής δραστηριότητάς της»

     

    επηρμένος

    (αρχαία λέξη, μετοχή παρακειμένου τού ἐπαίρομαι· το αρχαίο επαίρω σήμαινε «υψώνω – σηκώνω» κι από αυτό προήλθε το παίρνω [ἐπαίρω > επαίρνω > παίρνω]. Παράγ. Έπαρση)

    = αλαζόνας, φαντασμένος, υπερόπτης

    «Δεν τον συμπαθούν στο γραφείο, διότι είναι ένα άτομο επηρμένο, που θέλει πάντοτε να δείξει ότι υπερέχει των άλλων»

     

    εφεκτικός

    (< εφ-εκτός <επί + ἑκτός [ρηματικό επίθετο τού έχω] <  επ-έχω )

    = διστακτικός, επιφυλακτικός

    «Φάνηκε πολύ εφεκτικός να συμμετάσχει στην προσπάθειά μας. Πιστεύει ότι δεν έχει πιθανότητες να πετύχει.»

    ενδίδω

    (αρχ. ἐνδίδω < ἐν + δίδω «δίδω στα χέρια – παραδίδω – υποχωρώ», πβ. ομόρριζα ενδοτικός «υποχωρητικός» - ανένδοτος «ανυποχώρητος», αγγλ. give in)

    = υποχωρώ

    «Δεν ήταν διατεθειμένος να ενδώσει στις πιέσεις των αντιπάλων του»

     

    εσμός

    (<  αρχ. ἑσμός < ἕζομαι «κάθομαι», αυτοί που κάθονται μαζί, που κάνουν παρέα∙ αρχική σημασία «σμήνος μελισσών»)

    = πλήθος ακολουθούντων (με αρνητική σημασία), συρφετός

    «Περιβάλλεται από έναν εσμό κολάκων που τού αποκρύπτουν την αλήθεια».

    εγκολπώνομαι

    (αρχ. ἐγκολποῦμαι < ἐν + κόλπος «κοίλωμα, αγκάλη»)

    = ενστερνίζομαι, αγκαλιάζω, υιοθετώ

    «Οι αγωνιστές εγκολπώθηκαν τα διδάγματα τού Κοραή και πήραν τα όπλα»

     

     

Ζ

    ζοφερός

    (αρχαία λέξη ζοφερός «θεοσκότεινος» < ὁ ζόφος «σκότος»)

    = σκοτεινός, μαύρος – που εμπνέει φόβο, ανησυχία, ανασφάλεια

    «Στους ζοφερούς καιρούς τής κρίσης κανείς δεν μπορεί να νιώθει ευτυχής»  

     

    ζηλωτής

    (αρχαία λέξη ζηλωτής < ζηλῶ «θαυμάζω, επιθυμώ θερμά» < ζῆλος. Ξεκινώντας από τη σημασία αυτού που φλέγεται για κάτι, πέρασε σε δήλωση συγκεκριμένης εβραϊκής αίρεσης και γενικότερα σε κακόσημη σημασία τού «φανατικού» αλλά και εύσημη τού «θιασώτη»)

    = (εύσημη σημ.) θερμός υποστηρικτής, θιασώτης

    «Ανήκει στους ζηλωτές τής γλωσσικής παράδοσης, αντιτιθέμενος σφοδρά στο μονοτονικό σύστημα»

     

    ζείδωρος

    (αρχαία λέξη ζείδωρος < ζειά «είδος σιτηρού» + δῶρον με παρετυμολογική σύνδεση προς τα ζω / ζωή)

    = ζωογόνος

    «Το ζείδωρο πνεύμα και τα ενθαρρυντικά του λόγια ενδυνάμωναν το φρόνημα όλων και φιλοτιμούνταν να αποδώσουν ό,τι καλύτερο για το κοινό καλό»  

Η

    ημιονηγός

     (< ἡμίονος «μουλάρι» +  -ηγός <ἄγω)

    = (παλαιότερα στον στρατό) οδηγός ημιόνων, μουλαράς

    « Παλαιότερα,  αν τα πολιτικά σου φρονήματα ήταν αντίθετα προς την κρατούσα κατάσταση,  στον στρατό σε έβαζαν  να υπηρετήσεις στους ομιονηγούς»

    ηγερία

    (από το λατινικό Egeria, όνομα νύμφης, η οποία ισχυριζόταν ο Ρωμαίος βασιλιάς Νουμάς Πομπίλιος ότι τον ενέπνεε στους νόμους που εξέδιδε, προσδίδοντας έτσι κύρος σ’αυτούς)

    = γυναίκα που συντροφεύει κάποιον μεγάλο (καλλιτέχνη, διανοούμενο, πολιτικό κ.λπ.) εμπνέοντάς τον

    «Πολλοί πιστεύουν ότι η Ασπασία υπήρξε ηγερία τού Περικλή»

    ήγουν

    (αρχαία λ. ἤγουν «δηλαδή», που προήλθε από συγχώνευση τής φράσης ἤ γ’ οὖν «ή μάλλον»)

    =δηλαδή· ήτοι, τουτέστιν, δηλονότι, με άλλα λόγια, αλλιώς.

    «Ο υπουργός υπέγραψε εσπευσμένως τη μετάθεση τού μέχρι πρότινος συνεργά­τη του, ήγουν τον εκπαραθύρωσε τεχνηέντως».

    «Η καλλιτεχνία προϋποθέτει το καλό μέσα της. Αλλιώς γίνεται τέχνη, ήγουν μαστοριά, ήγουν εργολαβία, ήγουν κρατική επιχορήγηση».

    (Διονύσιος Σολωμός) «Τούτη τη στιγμή βλέπει στον ύπνο της το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε, ήγουν την αδελφή της που διακονεύει, και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέ­λασε».

Θ

    θρυαλλίδα

    (αρχαία λέξη θρυαλλίς «φυτό που χρησίμευε για φιτίλι» < θρύον «καλάμι, βούρλο» + -αλλίς)

    = φιτίλι – αφορμή

    «Η ομιλία τού υπουργού στη Βουλή απετέλεσε τη θρυαλλίδα οξείας σύγκρουσης με την αντιπολίτευση»

     

    θνησιγενής

    (νεότ. λόγια λέξη· παραδίδεται από τον Κωνσταντίνο Ασώπιο το 1853. Πλάστηκε από θνῆσις [(ἀπο)θνήκω, θνητός, θάνατος] + -γενής [πβ. γη-γενής, ιθα-γενής, συγ-γενής, ομο-γενής κ.ά.] < γένος)

    = αυτός που πρόκειται να πεθάνει αμέσως ή κοντά μετά από τον χρόνο τής γέννησής του

    «Αυτή η Κυβέρνηση λόγω των συνθηκών και τής σύνθεσής της είναι θνησιγενής». 

    θεμιστοπόλος

    (αρχαία λέξη θεμιστοπόλος < θέμις, -ιδος /-ιστος  «δικαιοσύνη» + -πόλος [< πέλομαι «κινούμαι»]. Τα σύνθετα σε  -πόλος/ -πολος δηλώνουν « τον ταγμένο σε κάτι» : θεμιστο-πόλος, θαλαμη-πόλος,  ονειρο-πόλος, περί-πολος )

    = λειτουργός τής δικαιοσύνης, νομομομαθής, νομικός

    « Ο Σαρίπολος, ο Μπαλής κ.ά. μεγάλοι θεμιστοπόλοι τίμησαν και ανέδειξαν τη νομική επιστήμη στην Ελλάδα».

    θαλερός

    (αρχαία λ., < θάλλω «ανθίζω, ανθοφορώ», το οποίο  συνδέεται ετυμολογικά με το ουσιαστικό θαλλός «τρυφε­ρός βλαστός», καθώς και με τα κύρια ονόματα Θαλής, Θάλεια, Ευ-θαλία. Από το θέμα τού θάλλω σχηματίστηκαν διάφορα σύνθετα σε -θαλής, π.χ. αμφι-θαλής, ετερο-θαλής, ευ-θαλής.

    [Ενώ το ρήμα θάλλω γράφεται με δύο -λ-, όπως και το αρχ. θαλλός «κλαδί, βλαστάρι», τα υπόλοιπα παράγωγα και σύνθετα γράφονται με ένα -λ-. Αυτό περιλαμβάνει το επίθετο θαλερός και τα σύνθετα αει-θαλής, ετερο-θαλής, αμφι-θαλής.])

    = 1. (για φυτά) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ανθοφορίας.

    «Είχε ένα υπέροχο εξοχικό με περιποιημένους, θαλερούς κήπους. Εκεί περνούσε όλο το καλοκαίρι».

    (Νίκος Καρούζος)  «Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι»

    = 2. (μτφ.) αυτός που βρίσκεται στην ακμή του.

    «Στην Κάτω Ιταλία υπήρχαν επί αιώνες θαλερές ελληνικές αποικίες».

Ι

    ίζημα

    (< αρχ. ἵζημα < ἵζω  «κατακάθομαι»∙ πρβλ. καθ-ίζω, καθ-ιζάνω - καθ-ίζηση, συν-ιζάνω – συνίζηση)

    = κατακάθι

    «Στον παραδοσιακό καφέ, σε αντίθεση με τον γαλλικό, τον αμερικάνικο ή τον εσπρέσο, μετά το βράσιμο μέσα σε νερό παραμένει πάντα ένα ίζημα από  καφέ  στον πάτο τού φλιτζανιού»

    ιταμός

    (αρχαία λέξη ἰταμός < ἴ-της «ορμητικός, αυθάδης» [θέμα ἰ- τού εἶ-μι «έρχομαι»] + -αμός [πβ. ποτ-αμός, ουλ-αμός]. Ομόρριζα : ι-όν, -ντος, προσ-ι-τός, (αν)εξ-ί-τηλος, εισ-ι-τήριο, εξ-ι-τήριο, ι-σ-θμός)

    = προκλητικός, αυθάδης, αναιδής

    «Στην ιταμή απαίτηση των Ιταλών το 1940 να τους επιτραπεί η είσοδος στην ελληνική επικράτεια η ελληνική απάντηση ήταν το ιστορικό “ όχι”». 

    ιθύνων

    (αρχαία λέξη, μετοχή [ίθύνων, -ουσα, -ον] τού ἰθύνω «κατευθύνω» < ἰθύς «ευθύς»· στον Όμηρο χρησιμοποιείται το επίρρημα ἰθύς αντί τού ομορρίζου εὐθύς)

    = αυτός που κατευθύνει, που καθοδηγεί άλλους (τι να πράξουν κ.λπ.)

    «Ιθύνων νους τής όλης όλης τής κίνησης για τα δικαιώματα τής γυναίκας στην Ελλάδα υπήρξε η Καλιρρόη Παρέν»

     

Κ

    κνησμός

     (αρχ. λέξη κνησμός < κνήθω «ξύνω, τρίβω»)

    = ξύσιμο, φαγούρα

    «Η πάθηση αυτή προκαλεί έντονο κνησμό στα άκρα»

    κραταιός

    (< αρχ. κραταιός < κράτος «δύναμη»)

    = ισχυρός, δυνατός

    « Ο Μέγας Αλέξανδρος κατόρθωσε να ιδρύσει μια κραταιά αυτοκρατορία που έμεινε στην παγκόσμια ιστορία».

    κατάφωρος

    (αρχ. κατάφωρος < καταφωρῶ «συλλαβάνω κλέφτη επ’ αυτοφώρω» < φώρ «κλέφτης»)

    = ολοφάνερος, προφανής, εξόφθαλμος

    «Η Πολιτεία διέπραξε εις βάρος του κατάφωρη αδικία που οφείλει να την επανορθώσει».

    κράσπεδο

    (αρχαία λέξη κράσπεδον  < κρασ- [< κάρα «κεφάλι»] + πέδον  «έδαφος». Ομόρριζα : (κάρ-α) κρά-νος, κραν-ίο, κιονό-κρανο, δί-κρανο, κέρ-ας, κρ-ιός — (πέδον) πεδ-ίο, πεδ-ιάδα, επί-πεδος, πέδ-ιλο,  πόδ-ι, πεζός, πηδ-ώ)

    = άκρη επιφάνειας, ειδικ. άκρη πεζοδρομίου

    «Σκόνταψε στο κράσπεδο τού πεζοδρομίου και υπέστη κάταγμα στο πόδι»

     

    κόλαφος

    (αρχαία λέξη κόλαφος < κολάπτω «τρυπώ, τσιμπώ» < κολ-ομόρριζα : κλῶ, κλάσμα, κλάδος, κολοβός, δικέλλα [από το κόλαφος, μέσω τού λατινικού colap(h)us, προήλθαν το γαλλ. coup και το ιταλ. colpo που ξαναγύρισε στα Ελληνικά (αντιδάνειο) κόλπο]

    = χαστούκι, ράπισμα, πλήγμα – προσβολή

    «Ο τρόπος που αντιμετώπισαν την πρόβλημά μας  στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν κόλαφος για την Κυβέρνηση»   

    κοπετός

    (αρχαία λέξη κοπ-ετός < κόπτω + -ετός [πβ. τοκ-ετός, παγ-ετός])

    = θρήνος, οδυρμός, γοερό κλάμα με χτυπήματα στο στήθος

    «Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος τού παλληκαριού,  θρήνος και κοπετός  ακούγονταν από το σπίτι τής οικογένειάς του»

    κατάφωρος

    (αρχ. κατάφωρος < καταφωρῶ «συλλαβάνω κλέφτη επ’ αυτοφώρω» < φώρ «κλέφτης»)

    = ολοφάνερος, προφανής, εξόφθαλμος

    «Η Πολιτεία διέπραξε εις βάρος του κατάφωρη αδικία που οφείλει να την επανορθώσει».

Λ

    λοιδορώ

     (αρχ. λοιδορῶ, αβέβαιης ετυμολογίας)

    = εμπαίζω, περιγελώ, χλευάζω, κακολογώ

    «Όταν ήταν στην εξουσία τον εκθείαζαν όλοι, τώρα που ξέπεσε τον λοιδορούν, ακόμη και όταν δεν φταίει»

    λάκτισμα

    (< λακτίζω «κλοτσώ» < αρχ. λάξ «με το πόδι», πρβλ.  τη φράση  πύξ λάξ «με γροθιές και κλοτσιές»)

    = κλοτσιά, χτύπημα με το πόδι

    = σέντρα + (μεταφορ.) έναυσμα (στη φράση «εναρκτήριο λάκτισμα»)

    «Ο διαιτητής αναγκάστηκε να τον αποβάλει από τον αγώνα μετά από σωρεία ανικανονικών λακτισμάτων»

    «Το εναρκτήριο λάκτισμα για τις ταραχές που ακολούθησαν δόθηκε από τα προσβλητικά λόγια τού ομιλητή για την παράταξη»

    λυσιτελής

    (αρχαία λέξη λυσιτελής, -ής, -ές < φράση λύειν τὰ τέλη «πληρώνω τα τέλη», άρα –κατά την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατική αντίληψη τής ισοτέλειας– «καθίσταμαι επωφελής, χρήσιμος [για το κοινωνικό σύνολο]»)

    = επωφελής, χρήσιμος, τελεσφόρος

    «Ακολούθησε μια εξαιρετικά λυσιτελή για το κοινωνικό σύνολο πολιτική, που αναγνωρίστηκε από όλους».

    λελογισμένος

    (αρχαία λ., «σύμφωνος με τη λογική», μετοχή παρακειμένου τού λογίζομαι «υπολογίζω – θεωρώ, σκέπτομαι» [< λόγος]. Ήδη από την Αρχαιότητα η λ. απαντά με τη σημασία «μετρημένος, σώφρων»)

    = αυτός που γίνεται με λογική, με μέτρο και περίσκεψη· μετρημένος, λογικός.

    «Υποστηρίζουμε την εφαρμογή τής αρχής τής βιωσιμότητας και τής λελογισμένης ανάπτυξης στο αστικό περιβάλλον»

    «Σύσταση για λελογισμένη λήψη αντιβιοτικών απηύθυνε ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών»

    «Αν και τότε είχε αποδοκιμαστεί, όμως προϊόντος τού χρόνου αποδείχτηκε ότι οι κινήσεις του δεν ήταν σπασμωδικές, αλλά απολύτως λελογισμένες»

    λεπτεπίλεπτος

    (ελληνιστική λ., < αρχ. λεπτός + ἐπί + λεπτός, επιτατικός σχηματισμός, πβ. ελληνιστικό φαυλ-επί-φαυλος)

    = 1. αυτός που είναι λεπτός στο σώμα· ντελικάτος, λεπτοκαμωμένος· (κατ’ επέκταση) αυτός που δεν έχει σκληραγωγηθεί, που είναι ευπαθής· ευαίσθητος, μυγιάγγιχτος.

    «Ήταν τόσο λεπτεπίλεπτη, που δεν μπόρεσε να αντέξει στις κακουχίες»

    «Η δουλειά στην οικοδομή δεν είναι για τους λεπτεπίλεπτους»

    = 2. λεπτοδουλεμένος, επεξεργασμένος λεπτομερώς και με υψηλή αισθητική.

    «Οι μύες που κινούν τους οφθαλμούς και τα δάχτυλα είναι σε θέση να κάνουν εξαιρετικά λεπτεπίλεπτες κινήσεις»

    «Αυτά τα λεπτεπίλεπτα έργα τέχνης, δημιουργήματα αγράμματων λαϊκών τεχνιτών, προκαλούν το ενδιαφέρον των επισκεπτών τού λαογραφικού μουσείου»

Μ

    μέθεξη

    (αρχ. μέθεξις < μετέχω  < μετὰ + ἔχω∙ η δάσυνση βρίσκεται στον μέλλοντα ἕξω τού ἔχω και σε παράγωγα, όπως ἕξις, ἑξῆς)

    = συμμετοχή, ταύτιση

    «Η προσέγγιση μεγάλων εννοιῶν στη φιλοσοφία ή στη θρησκεία απαιτεί τη μέθεξη τού ενδιαφερομένου»

    μορμολύκειο

    (αρχαία λέξη μορμολύκειον και μορμολυκεῖον «φόβητρο» < μορμολύττομαι «φοβίζω» < Μορμώ «μυθική τερατόμορφη θεότητα»)

    = φόβητρο, μπαμπούλας

    «Οι εισαγωγικές εξετάσεις, όπως διεξάγονται σήμερα, δεν έχουν πλέον τον χαρακτήρα τής ευγενούς άμιλλας αλλά για πολλούς νέους λειτουργούν σαν μορμολύκειο που απειλεί την εξέλιξή τους»

    μακράν

    (επίρρ.) (αρχαία λ., επιρρηματικός τύπος προερχόμενος από την αιτιατική ενικού τής λ. μακρά (μέσω τής φράσης μακρὰν ὁδόν), που είναι το θηλυκό τού επιθέ­του μακρός)

    = κατά πολύ, με διαφορά, ασυγκρίτως.

    «Είναι μακράν ο μεγαλύτερος μαέστρος τού κόσμου»

    «Αποτελεί μακράν το καλύτερο τέλος κωμωδίας και από τα πιο αγαπημένα μου φινάλε οποιουδήποτε είδους ταινίας».

    μεγάθυμος

    (αρχαία λέξη < μέγας + θυμός «διάθεση». Ομόρριζα αθυμία, βαρύθυμος, έκθυμος)

    =αυτός που διακρίνεται για την ψυχική του ευγένεια, που συμπεριφέρεται με ανωτερότητα· μεγαλόψυχος.

    «Τον μεγάθυμο χαλίφη διαδέχθηκε η αναρχία, τής οποίας τις δεινότερες συνέπειες δοκίμασε ο χριστιανικός κόσμος τής Ιερουσαλήμ, με λεηλασίες και καταστροφές των εκκλησιών του.»

     «Απέναντι σε τέτοιους ταλαιπωρημένους ανθρώπους η κοινωνία οφείλει να είναι μεγάθυμη και όχι μνησίκακη και μισαλλόδοξη.»

     «Ο μεγάθυμος βασιλεύς τον απήλλαξε τότε τής απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκοντα εννέα λόγων· ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή τουλάχιστον ίση, αν όχι και ανωτέρα τής βασιλικής.»   (Άγγελος Βλάχος)

Ν

    νωδός

    (αρχαία λέξη νωδός < στερητ. νη- [όπως νηνεμία] + ὀδούς, ὀδόντος [το ο τού ὀδούς «δόντι» ετράπη σε ω- λόγω τής συνθέσεως, όπως ἀνωφελής < ἀν- + ὄφελος,ἐπώνυμος < ἐπί + ὄνυμα]

    = χωρίς δόντια, φαφούτης

    «Εμφανίστηκε ένα μεγάλης ηλικίας άτομο, που ήταν και νωδός, έτσι κανείς δεν καταλάβαινε τι λέει»   

Ξ

    ξιφουλκώ

    (< αρχ. ξιφουλκός < ξίφος + -ουλκός < έλκω)

    = τραβώ το ξίφος από τη θήκη του, ξεσπαθώνω

    «Μόλις τού πεις ότι αυτός φταίει, αμέσως ξιφουλκεί και  και σού επιτίθεται»

    ξιφουλκώ

    (< αρχ. ξιφουλκός < ξίφος + -ουλκός < έλκω)

    = τραβώ το ξίφος από τη θήκη του, ξεσπαθώνω

    «Μόλις τού πεις ότι αυτός φταίει, αμέσως ξιφουλκεί και  και σού επιτίθεται»

Ο

    όζει

    + γενική (αρχ. λέξη ὄζω «μυρίζω, αναδίδω δυσοσμία» Ομόρριζα : οσμή, οσφραίνομαι)

    = μυρίζει, βρομάει, αναδίδει δυσοσμία

    «Η δήλωση τού βουλευτή όζει εμπάθειας και μικροπρέπειας»

     

    οιονεί

    (< οἷον [ουδ. τού αρχ. οἷος «τέτοιος»] + εἰ «εάν»)

    = κάτι σαν, σαν να, ως εάν

    «Αποτέλεσε τη βάση μιας οιονεί συμφωνίας ανάμεσα στην Τρόικα και στο ελληνικό κράτος»

    οίηση

    (αρχ. οίηση «γνώμη» < οἴομαι /οἶμαι «νομίζω»)

    = μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, έπαρση, αλαζονεία

    «Άτομο μικρών δυνατοτήτων αλλά με μεγάλη οίηση που ενοχλούσε τους πάντες»

    οιστρηλατώ

    (αρχ. οἰστρηλατῶ < οἶστρος, ο «αλογόμυγα» + -ηλατώ [< ἐλαύνω

    «κινώ, οδηγώ»∙ πβ. λε-ηλατώ,σφυρ-ηλατώ,  ιχν-ηλατώ, ποδ-ήλατο]     

    = εμπνέω πάθος, ενθουσιασμό, εξάπτω, διεγείρω

    «Έρχεται στιγμή που ο συγγραφέας νιώθει να  οιστρηλατείται ασυγκράτητα στη

    γραφή  τού κειμένου του σαν να τον οδηγεί μια αόρατη δύναμη»

     

    οκλαδόν

    (αρχ. < όκλάζω «γονατίζω, λυγίζω τα γόνατα»∙ συνδέεται με το ρήμα κλῶ «σπάζω», πβ. κλάδος)                                                                                                   

    = τρόπος καθίσματος με τα γόνατα λυγισμένα και τα πόδια σταυρωτά προς τα μέσα

    «Στον στρατό είναι συχνή η εντολή να καθίσουν οι άνδρες οκλαδόν για άσκηση ή για συζήτηση με βαθμοφόρο».

     

     

    ορρωδώ

    (αρχαία λέξη ὀρρωδῶ < ὄρρος «γλουτοί, οπίσθια». Η αρχική σημασία ήταν πιθ. «τα κάνω επάνω μου από φόβο». Σήμερα χρησιμοποιείται μόνο στην παγιωμένη  φράση  «δεν ορρωδώ προ ουδενός» που χρησιμοποιείται κυρίως με αρνητική χροιά)

    = πτοούμαι, υποχωρώ από φόβο, τρομάζω

    « Είναι ικανός για όλα. Έχει δείξει σε πολλές περιπτώσεις ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός» 

    οσφυοκάμπτης

    (νεότερη λόγια λ. < ὀσφύς «μέση» + κάμπτω)

    = δουλοπρεπής (αυτός που κάνει υποκλίσεις )

    «Αν έχεις πραγματική και αποδεδειγμένη  αξία, δεν χρειάζεται να είσαι οσφυοκάμπτης, για να ανέβεις ιεραρχικά»  

    ολκής

    (αρχαία λ. ὁλκή, ἡ  «έλξη – βάρος – αξία» < ἕλκω· ομόρριζα : ολκός, όλκιμος «ευλύγιστος», -ουλκός [εμβρυουλκός, ρυμουλκός])

    = μεγάλης σημασίας – μεγάλος (με επιτατική σημασία, εύσημη ή/και κακόσημη)

    «Πρόκειται για επιστήμονα ολκής που  πρέπει οπωσδήποτε να αξιοποιηθεί» - «Είναι απατεώνας ολκής που τον αποφεύγουν όλοι»

    οξυδερκής

    (αρχαία λέξη ὀξυδερκής, -ής, -ές < ὀξύς + δέρκομαι «κοιτάζω έντονα και διαπεραστικά» [με αόριστο β΄ : ἔδρακον]. Ομόρριζα : δράκων / δράκος «τέρας με μορφή ερπετού» [πιστεύεται ότι τα ερπετά, και ειδικά το φίδι έχει οξεία όραση], δρακόντειος, δορκάς  Από το λατινικό draco «φίδι» (από το ελλην. δράκων) προήλθε και το όνομα τού μυθιστορηματικού ήρωα κόμη Δράκουλα !  [λατιν. draco > ρουμανικό dracul] )

    = με οξεία κρίση και αντιληπτική ικανότητα, διορατικός, ευφυής

    «Ο πρωθυπουργός επέλεξε ως συμβούλους οξυδερκείς οικονομολόγους, για να τού εισηγηθούν τρόπους αντιμετώπισης τής κρίσεως».  

     

    ορυμαγδός

    (αρχαία λέξη ὀρυμαγδός  «ενοχλητικός θόρυβος ποικίλης προέλευσης» πιθ. < ὠρύομαι + έρυγή «ρέψιμο»)

    = δυνατός ενοχλητικός θόρυβος, πανδαιμόνιο, φασαρία, σαματάς

    «Τις δηλώσεις τού υπουργού ακολούθησε ορυμαγδός επιθέσεων από την αντιπολίτευση, ανακοινώσεων από τη συμπολίτευση, απαντήσεων με οξείς χαρακτηρισμούς κ.λπ. που οδήγησαν τελικά τον υπουργό σε παραίτηση»

    όζει

    + γενική (αρχ. λέξη ὄζω «μυρίζω, αναδίδω δυσοσμία» Ομόρριζα : οσμή, οσφραίνομαι)

    = μυρίζει, βρομάει, αναδίδει δυσοσμία

    «Η δήλωση τού βουλευτή όζει εμπάθειας και μικροπρέπειας»

     

     

Π

    πλησίστιος

    (< αρχ. πλησίστιος < πλησ- (πίμπλημι «γεμίζω» πβ. πλήρης, πλήθος) +  ἱστίον «πανί πλοίου» )

    = πλέω με φουσκωμένα τα πανιά, ολοταχώς

    «Με την αφροσύνη των υπευθύνων οδηγούμεθα πλησίστιοι στη χρεωκοπία».

    πεμπτουσία

    (νεότερη λέξη < αρχ. πέμπτη ουσία, το πέμπτο στοιχείο τής φύσεως, ο αίθήρ, το οποίο –κατά τον Αριστοτέλη–  ήταν πιο σημαντικό από τα άλλα τέσσερα : ἀέρα, γῆ, ὕδωρ, πῦρ)

    = το πιο σημαντικό συστατικό (για κάτι πολύ σπουδαίο)

    «Η πεμπτουσία τής σοφίας είναι η αυτογνωσία, το γνῶθι σαυτόν»

    πολυσχιδής

    (αρχ. πολυσχιδής «κατασχισμένος, κατάτμητος» < πολυ- + σχιδής < σχίζω)

    = πολύπλευρος, πολύμορφος

    «Ήταν πράγματι μια πολυσχιδής προσωπικότητα, τής οποίας οι αρετές φάνηκαν κατά την άσκηση τής πολιτικής του».  

    πόνημα

    (αρχαία λ. πόνημα «έργο – βιβλίο» < πονῶ «μοχθώ, κοπιάζω»)

    = έργο, μελέτημα, βιβλίο

    «Το περί παιδείας και γλώσσας πόνημα τού Κοραή απετέλεσε διδακτικό βιβλίο στα χρόνια τής Ελληνικής Επανάστασης»

    παρεισφρέω

    (Όχι παρεισφρύω !  αρχαία λ. παρεισφρέω < παρά + εἰσφρέω [εἰς + -φρέω < φέρω])

    = μπαίνω αδικαιολόγητα ή κρυφά ή ανεπίτρεπτα (κακόσημο), υπεισέρχομαι

    «Σε τέτοιες συγκεντρώσεις παρεισφρέουν ύποπτα άτομα» - «Στο κείμενο τής ομιλίας παρεισέφρησαν και χαρακτηρισμοί που έπρεπε να αποφευχθούν»

    παρακοιμώμενος

    (όψιμη ελληνιστική λέξη, αρχικώς «αυτός που κοιμάται δίπλα (σε διπλανό χώρο)», μετοχή ενεστώτα τού ελληνιστικού παρακοιμῶμαι  «κοιμούμαι δίπλα» (< παρά + αρχαίο κοιμῶμαι). Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία η λέξη προσδιόριζε τον αξιωματούχο που κοιμόταν στον προθάλαμο τού αυτοκράτορα και ήταν επί κεφαλής των θαλαμηπόλων ή τής σωματοφυλακής του)

    = (μεταφορ.-μειωτικά) ο έμπιστος ισχυρού συνήθως προσώπου, άνθρωπος τής απολύτου εμπιστοσύνης κάποιου.

    «Μόνο οι παρακοιμώμενοι τής εξουσίας θα ήθελαν να διαιωνίζεται αυτή η φαύλη κατάσταση.»

    «Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, αν και αρχικά είχε υιοθετήσει την πολιτική τού Βενιζέλου, κατόπιν υπαναχώρησε υπό τις πιέσεις τής γυναίκας του Σοφίας, τού γυναικαδέλφου του Κάιζερ και των παρακοιμώμενων γερμανόφιλων στρατιωτικών.»

    περίτριμμα

    (αρχαία λ., αρχικώς «κατάλοιπο τριβής, απολειφάδι», < περιτρίβω «τρίβω ολόγυρα» < περί + τρίβω. Ήδη από την Αρχαιότητα η λ. χρησιμοποιήθηκε μειωτικά για πρόσωπα)

    =(κακόσημο) απόβρασμα τής κοινωνίας, σκουπίδι, κάθαρμα.

    «O γηραιός πολιτικός αποφάνθηκε: ήταν όλοι τους γελοίοι, περιτρίμματα

    «Ο παλαίμαχος εκδότης αποκαλούσε όσους έκαναν σκανδαλοθηρικά ρεπορτάζ «περιτρίμματα τής δημοσιογραφίας»!»

     

    πύρρειος νίκη

    (πύρρειος, ελληνιστική λ. < αρχ. κύριο όνομα Πύρρος. Η φράση πύρρειος νίκη, που αποδίδει τη γαλλ. victoire à la Pyrrhus, έχει την αφετηρία της στον βασιλιά τής Ηπείρου Πύρρο (318-272 π.Χ.), ο οποίος πέτυχε δύο σημαντικές νίκες εναντίον των Ρωμαίων, αλλά με βαριές απώλειες)

    =η νίκη που επιτυγχάνεται με βαρύτατες απώλειες τού νικητή, ώστε να μην έχει ουσιαστικό αντίκρισμα.

    «Στην Κρήτη οι Γερμανοί δεν κέρδισαν παρά πύρρειο νίκη, γιατί οι δυνάμεις που έχασαν εκεί θα μπορούσαν εύκολα να τους δώσουν την Κύπρο, το Ιράκ, τη Συρία και ίσως την Περσία».

    «Και αν ακόμη καταφέρναμε υπό τις συνθήκες αυτές να οδηγηθούμε σε υψηλότερες αμοιβές, το κόστος θα ήταν πολύ υψηλό και η νίκη αναμφίβολα πύρρειος».

     

    πολυσχιδής

    (αρχ. πολυσχιδής «κατασχισμένος, κατάτμητος» < πολυ- + σχιδής < σχίζω)

    = πολύπλευρος, πολύμορφος

    «Ήταν πράγματι μια πολυσχιδής προσωπικότητα, τής οποίας οι αρετές φάνηκαν κατά την άσκηση τής πολιτικής του».  

    παρέλκει

    (αρχαία λέξη < παρά + ἕλκω· ομόρριζα παρελκυστικός [παρελκυστική τακτική], παρελκόμενα «συμπληρώματα»)

    = περιττεύει, δεν χρειάζεται, δεν ενδείκνυται

    «Ο ομιλητής τόνισε ότι παρέλκει  κάθε περαιτέρω αναφορά στο θέμα αυτό»

Ρ

    ραδιούργος

    (< αρχ. ῥαδιουργός < ῥάδιος «εύκολος – επιπόλαιος» + -οῦργος, με μετακίνηση τού τόνου κατά τα κακόσημα σε –ούργος : κακούργος, πανούργος)

    = δολοπλόκος, μηχανορράφος

    «Να φυλάγεσαι από τέτοιους ραδιούργους που προσπαθούν να σε  εξαπατήσουν με διάφορες ίντριγκες»

    ρύμη

    στη φράση εν τη ρύμη τού λόγου (αρχ. ῥύμη «ροή»∙ ομόρριζο τού ἐρύω «σύρω» και τού ρυτίδα)

    = στη ροή τού λόγου

    «Εν τη ρύμη τού λόγου και χωρίς καμία πρόθεση είπε κάτι που τον προσέβαλε»

    ραστώνη

    (αρχ. λέξη < ῥᾶστος [υπερθ. τού ῥάδιος «εύκολος»] + κατάλ. –ώνη [πβ. ἀνεμ-ώνη, χελ-ώνη])

    =νωθρότητα, αμεριμνησία, αποφυγή φόρτου

    «Με τη ραστώνη που χαρακτηρίζει  τους επικεφαλής τού υπουργείου έχουν δίκιο που παραπονούνται οι πολίτες»Ι

    ρέκτης

    (αρχαία λέξη ῥέκτης < ῥέζω «πράττω» από τη ρίζα Fεργ- στην οποία ανάγονται ομόρριζα όπως  έργ-ο, εργ-άτης, εργ-αλείο, όργ-ανο κ.ά., καθώς και ξένες λέξεις όπως αγγλ. work «εργασία», γερμ. Werk κ.ά.)

    = δραστήριος, ακούραστος

    «Ο προϊστάμενός του τον χαρακτηρίζει ως τον καλύτερο υπάλληλό του, ως ρέκτη που συνεχώς προβληματίζεται και δημιουργεί εμπνέοντας και τους συναδέλφους του».

     

    ρήξη

    (αρχαία λέξη ῥῆξις < ῥήγνυμι / ῥηγνύω «σπάζω, σχίζω». Ομόρριζα : διαρρηγνύω, διάρρηξη, διαρρήκτης, ρήγμα, άρρηκτος, ρωγμή, ραγίζω, ραγάδα, ραγδαίος, αρραγής, αιμορραγία κ.ά.)

    = σύγκρουση, διάσπαση

    «Μια ρήξη με τους εταίρους –παρά τις υπερβολικές έως παράλογες απαιτήσεις τους– θα μπορούσε να επιφέρει μεγάλα δεινά στον ελληνικό λαό»

    ρέμβη

    (αρχαία λ. ῥέμβη «περιπλάνηση» < ῥέμβομαι «τριγυρίζω, περιπλανώμαι εδώ και εκεί»∙ Παράγωγα: ρεμβασμός, ρεμβάζω. Η λ.  ρέμβη ίσως συνδέεται ετυμολογικά με τις λ. ράβδος, ραπίζω, ράμφος

    = η ονειροπόληση· η νοσταλγική αναπόληση.

     «Η ποίηση είναι το όχημα με το οποίο ταξιδεύουμε τη ρέμβη μας.»

    «Του έριξε ένα άγριο βλέμμα, επειδή τόλμησε να διακόψει τη ρέμβη του.»

    «δε θα υπάρξουν πια σύννεφα για να ταξιδέψουμε τη ρέμβη μας;

    δε θα υπάρξουν πια σώματα για να ταξιδέψουμε τον έρωτά μας;»

                                                                 (Άρης Δικταίος)

Σ

    στωικότητα

    (λόγιο [1861] στωικότης < αρχ. στωικός (φιλόσοφος) < στοά/στοιά /στῳά Ποικίλη Στοά των Αθηνών, όπου δίδασκαν οι Στωικοί φιλόσοφοι])

    = καρτερικότητα, αταραξία

    «Στην Κορέα  αντιμετώπισαν την οικονομική  κρίση με στωικότητα και σκληρά μέτρα κι έτσι  κατάφεραν να την ξεπεράσουν».

     

    συνάδει

    (< αρχ. συνάδω < συν + άδω «τραγουδώ μαζί - συμφωνώ»)

    = αρμόζει, ταιριάζει

    «Μια τέτοια πολιτική δεν συνάδει με τις διακηρύξεις περί αξιοκρατίας»

    σαθρός

    (αρχ. λέξη, σε -θρός, όπως νω-θρός∙ άγνωστης ετυμολογίας)

    = αστήρικτος, αβάσιμος, ανίσχυρος

    «Τα επιχειρήματα, με τα οποία υποστήριξε την υπόθεσή του, ήταν σαθρά και δεν έπεισαν κανένα».

    συμπαρομαρτούντα, τα

    (αρχ. τὰ συμπαρομαρτοῦντα, μετοχή σε ουδέτερο πληθυντικού τού συμπαρομαρτώ «συνοδεύω, επακολουθώ» < σύν + παρά + ὁμαρτῶ [< ὁμοῦ + ἀρ-(ἀραρίσκω «αρμόζω, συνάπτω») + -τος]

    = παρακολουθήματα, επακόλουθα, αυτά που έρχονται μαζί με κάτι

    «Ό,τι ζει σήμερα ο ελληνικός λαός είναι τα συμπαρομαρτούντα μιας αλόγιστης πολιτικής που στηριζόταν στην υπερχρέωση τού κράτους».

     

    σπουδάρχης

    (αρχαία λέξη < σπουδή «βιασύνη» +  -άρχης < ἄρχω, δήλωνε «αυτόν που σπεύδει να καταλάβει αξιώματα πρώιμα ή παρ’ αξίαν», είναι δηλ. κακόσημο· συνώνυμο και ομόρριζο είναι και το επίσης αρχαίο ουσιαστικό σπουδαρχίδης, που αρχικά δήλωνε ως πατρωνυμικό «τον γυιο τού σπουδάρχη», για να φθάσει στη λόγια γλώσσα να σημαίνει ότι το σπουδάρχης. Παράγωγο τού σπουδάρχης η λέξη σπουδαρχία).

    = ο επιδιώκων με κάθε τρόπο να καταλάβει αξιώματα, φίλαρχος, αρχομανής

    «Χωρίς να έχει τα απαιτούμενα προσόντα, μεγαλομανής και σπουδάρχης όπως ήταν, πάσχιζε πάντα να καταλάβει υψηλές θέσεις εξουσίας για να αυτοκαταξιωθεί».

    σεισάχθεια

    (αρχαία λέξη σεισάχθεια «κατάργηση χρεών» < σείω «αποτινάζω» + ἄχθος «βάρος»· ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία [6.1.3.-2.6] αναφέρει για τον Σόλωνα «καὶ νόμους ἔθηκε καὶ χρεῶν ἀποκοπὰς ἐποίησε, καὶ τῶν ἰδίων καὶ τῶν δημοσίων, ἅς σεισάχθειαν καλοῦσιν, ὡς ἀποσεισάμενοι τὸ βάρος»)

    = κατάργηση των χρεών (διά νόμου)

    «Το παράδειγμα τής κατάργησης χρεών διά νόμου (στην πραγματικότητα τού «κουρέματος" των χρεών) το έδωσε ο Σόλων, αποσκοπώντας στο να ανακουφίσει τους Αθηναίους από τους αδίστακτους τοκογλύφους και τις επαχθείς ποινές στους οφειλέτες»

    σόλοικος

    (αρχαία λέξη σόλοικος < Σόλοι, αποικία των Αθηναίων στην Κιλικία, τής οποίας οι κάτοικοι φέρονταν ως ομιλητές τής Ελληνικής με πολλά συντακτικά λάθη· από το σόλοικος το ρήμα  σολοικίζω κι από αυτό ο σολοικισμός «συντακτικό λάθος»)

    = (κακόσημο) αυτός που παρεκκλίνει γλωσσικά (ιδίως στο συντακτικό) και, κατ’ επέκταση, ο ανάρμοστος, ο αποκλίνων, ο απρεπής

    «Θα ήταν σόλοικο να αγνοήσουμε τις δυσκολίες των ανθρώπων και να τους κατηγορήσουμε για τεμπελιά, όταν είναι γνωστό πως όλοι δούλευαν αδιαμαρτύρητα, δημιουργικά και εκτός ωραρίου».   

     

    σκαλάθυρμα

    (μεσαιωνική λέξη < αρχ. σκαλαθύρω «σκάβω» < σκάλλω «σκαλίζω»  + ἀθύρω «παίζω», με επίδραση τής αρχαίας λέξης ἄθυρμα «παιχνίδι, αντικείμενο για παιχνίδι»)

    = πρόχειρο λογοτεχνικό ή επιστημονικό έργο μικρής σημασίας

    «Το νομοσχέδιο αυτό, χωρίς καμιά σοβαρή επεξεργασία,  αποτελεί  ένα    σκαλάθυρμα χωρίς αξιώσεις νομικής εγκυρότητας ή πιθανότητες να υπερψηφισθεί στη Βουλή» 

    συρφετός

    (αρχαία λ., αρχικώς «ό,τι σέρνει ο άνεμος – σωρός σκουπιδιών», < σύρω. Ήδη από την Αρχαιότητα η λ. έφτασε να σημαίνει «όχλος, ανάμεικτο πλήθος» με μειωτικό συνήθως χαρακτήρα)

    = (κακόσημο) πλήθος ετερόκλιτων και αµφίβολης αξίας ή ήθους ατόµων· εσµός, κλίκα.

    «Γύρω από τον αυτοκράτορα συγκεντρώθηκε συρφετός κολάκων και τσαρλατάνων»

    «Αυτός ο απείθαρχος συρφετός δεν είναι ομάδα», δήλωσε αγανακτισμένος ο προπονητής μετά τη συντριπτική ήττα.

    «Όλος αυτός ο συρφετός κερδοσκόπων δεν ήταν επενδυτές αλλά παίκτες»

    «Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,

    γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.

    Mια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία

    έγινε τής ζωής μας ο σκοπός» (Κώστας Καρυωτάκης)

    σύρραξη

    (< αρχ. σύρραξις < συρράσσω «συγκρούομαι, μάχομαι»)

    = πολεμική σύγκρουση (ιδίως μεταξύ χωρών)

    «Τα γεγονότα στην Ανατολή μπορεί να οδηγήσουν σε γενικευμένη σύρραξη των αραβικών χωρών»

Τ

    τεκμαίρομαι

    ( < αρχ. τέκμαρ «σημείο, απόδειξη», πρβλ. τα ομόρριζα τεκμαρτό [είσόδημα], τεκμήριο)

    = συμπεραίνω, συνάγω∙ χρησιμοποιείται συχνά στο γ΄ πρόσωπο τεκμαίρεταιι = συμπεραίνεται, συνάγεται, προκύπτει

    «Από πού τεκμαίρονται όλοι αυτοί οι καλοθελητές ότι η Ελλάδα πάει για πτώχευση ;»

    «Από τις εισηγήσεις των ειδικών τεκμαίρεται ότι πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα»΄

    τανάπαλιν

    (αρχαία λέξη ἀνάπαλιν < ἀνὰ + πάλιν «ξανά πάλι – πίσω, ανάποδα, αντίστροφα» και με άρθρο  τὸ ἀνάπαλιν, απ’ όπου ο τύπος τανάπαλιν. Λειτουργεί ως επίρρημα και συνεκφέρεται συνήθως με τον σύνδεσμο και : και τανάπαλιν. Ανάλογη –περισσότερο  αρχαιοπρεπής– είναι και η χρήση τού ομορρίζου τούμπαλιν < αρχαίο τοὔμπαλιν < τὸ ἔμπαλιν)

    = (και) αντίστροφα [αντιστοιχεί στη λατινική φράση  vice versa «σε θέση αντεστραμμένη», άρα «αντίστροφα»]

    «Οι ηγέτες πρέπει να εμπνέουν τον λαό και τανάπαλιν (και τούμπαλιν), ο λαός πρέπει να εμπνέει τους πολιτικούς».

    ταλανίζω

    (αρχαία λέξη ταλανίζω [αρχική σημ. «αποκαλώ κάποιον ταλαίπωρο»] < τάλας, -ανος «ταλαίπωρος, κακομοίρης». Ομόρριζα από μια αρχική ρίζα τελᾱ- «αντέχω, υποφέρω»:  ταλαί-πωρος, τάλαν-το, ταλέντο, ταλαντεύω, ταλαντώνω,  τόλ-μη, τολμώ, ανα-τέλλω, ανατολή)

    = ταλαιπωρώ, βασανίζω

    «Το γλωσσικό ζήτημα ταλάνισε την ελληνική κοινωνία επί μακρό διάστημα».

     

    τιτρώσκω

    (αρχαία λ., αρχικώς «τραυματίζω, πληγώνω», που συνδέεται ετυμολογικά με το αρχ. τείρω «τρυπώ» και με ευρεία ετυμολογική οικογένεια, στην οποία ανήκουν οι λ. τέρμα, τρίβω, τερηδόνα, τρωτός, τραύμα, τόρνος, τρυπώ, τα σύνθετα διά-τρητος και διά-τορος  κ.ά. Σήμερα χρησιμοποιείται μόνο στους συνοπτικούς και συντελικούς χρόνους [έτρωσα, ετρώθη, έχει τρωθεί] ή στη μετοχή παθητικού  αορίστου τρωθείς)

    =τραυµατίζω, πληγώνω.

    «Οι φήμες περί δωροδοκίας δικαστών έτρωσαν το κύρος τής Δικαιοσύνης».

    «Η μάχη δόθηκε σε δύσκολη συγκυρία για τη χώρα, κατά την οποία έχει τρωθεί ουσιαστικά η αξιοπιστία της».

    «Οι καταθέσεις δύο αυτοπτών μαρτύρων έτρωσαν καίρια το άλλοθι που είχε επικαλεστεί ο κατηγορούμενος».

    ΦΡ.  ο τρώσας και ιάσεται

    =αυτός που προκάλεσε το τραύµα θα το θεραπεύσει· (µτφ.) όποιος προκάλεσε τη ζηµιά θα την αποκαταστήσει.

    «Να αναζητήσετε τις ευθύνες σε εκείνους που προκάλεσαν αυτή την αναταραχή και να αναλάβουν οι ίδιοι να διορθώσουν την κατάσταση· ο τρώσας και ιάσεται!»

Υ

    υετός

    (< αρχ. ὕει «βρέχει» + -ετός [παγ-ετός, συρφ-ετός])

    = βροχή

    «Στο χθεσινό μετεωρολογικό δελτίο έγινε λόγος για υετό στην περιοχή τής Αττικής».

    υποδεέστερος

    (συγκριτικός βαθμός ενός αρχαίου επιθέτου ὑποδεής «ελλιπής» –πρβλ. και ἐνδεής– < ὑπὸ + δέομαι «υστερώ – στερούμαι – χρειάζομαι»)

    = κατώτερος

    «Λέει ότι δεν είναι καθόλου υποδεέστερος των άλλων που προήχθησαν»

    υποχθόνιος

    (αρχ. ὑποχθόνιος < ὑπό + χθόνιος «υπόγειος» < χθών «γη», πρβλ. καταχθόνιος, αυτόχθων, χάμω, χθαμαλός, χαμηλός)

    = υπόγειος, ύπουλος

    «Όλοι κατήγγειλαν τα υποχθόνια σχέδιά τους εις βάρος τής χώρας

    υπερφίαλος

    (αρχ. ὑπερφίαλος < ὑπὲρ + φιάλη «ξεχειλισμένο μπουκάλι, υπέρμετρα γεμάτος, με στοιχεία υπερβολής»)

    = αλαζόνας, επηρμένος, υπερόπτης

    «Είναι τόσο υπερφίαλος, ώστε δεν καταλαβαίνει τα προβλήματα των ανθρώπων ούτε έχει επαφή με την πραγματικότητα».

    υποβολιμαίος

    (αρχαία λέξη ὑποβολιμαῖος ὑποβολή + -ιμαῖος [< -ιμος + -αῖος] πρβλ. κλοπ-ιμαίος, επιστολ-ιμαίος, θηνησ-ιμαίος [Ο τύπος υποβολιμιαίος είναι εσφαλμένος, από επίδραση άλλων επιθέτων σε –ιαίος  (εβδομαδ-ιαίος, μην-ιαίος, ωρ-ιαίος, βαθμ-ιαίος) που δεν σχηματίζονται από –ιμος]

    = καθ’ υπαγόρευσιν, κατευθυνόμενος και κακόβουλος

    «Απέδειξε ότι το δημοσίευμα ήταν υποβολιμαίο για να τον εκθέσει στην κοινή γνώμη»

    υποβόσκει

    (αρχαία λέξη ὑποβόσκω < ὑπό + βόσκω, αρχική σημασία «τρώω κρυφά» που απαντά μόνο ως ὑποβόσκομαι [χρησιμοποιείται μόνο σε γ΄ πρόσωπο και και μόνο σε Ενεστώτα και Παρατατικό] Προσοχή !  Συχνά η λέξη υποβόσκει συγχέεται με το υποφώσκει που είναι τελείως διαφορετικό ετυμολογικά και σημαίνει «αρχίζει να φωτίζει, αχνοφέγγει»)

    = υποκρύπτεται, κάτι (μη επιθυμητό) γίνεται κρυφά

    «Στην υπογραφείσα συμφωνία υποβόσκει απύθμενο μίσος που πηγάζει από την ιστορία των σχέσεων  των δύο χωρών»

     

    υπώρεια

    (αρχ. ὑπώρεια < ὑπό + ὄρος, με -ω- λόγω τής συνθέσεως)

    = οι πρόποδες τού βουνού

    «Το χωριό μας βρίσκεται στις υπώρειες τού Παρνασού»

     

    υποχθόνιος

    (αρχ. ὑποχθόνιος < ὑπό + χθόνιος «υπόγειος» < χθών «γη», πρβλ. καταχθόνιος, αυτόχθων, χάμω, χθαμαλός, χαμηλός)

    = υπόγειος, ύπουλος

    «Όλοι κατήγγειλαν τα υποχθόνια σχέδιά τους εις βάρος τής χώρας

    υπερφίαλος

    (αρχ. ὑπερφίαλος < ὑπὲρ + φιάλη «ξεχειλισμένο μπουκάλι, υπέρμετρα γεμάτος, με στοιχεία υπερβολής»)

    = αλαζόνας, επηρμένος, υπερόπτης

    «Είναι τόσο υπερφίαλος, ώστε δεν καταλαβαίνει τα προβλήματα των ανθρώπων ούτε έχει επαφή με την πραγματικότητα».

    ύπτιος

    [αρχ. ὕπτιος < ὕπ-τιος < ὑπό «κάτω - κάτω προς τα πάνω» [πβ. ὕπ-ατος,ὑπ-έρ, ὕψι <*ὕπ-σι] ή < *ὑπ-τός < ὕπ- (ρίζα τής λ. ὕπνος). Άρα αρχική σημασία 1) «πεσμένος με την πλάτη κάτω, ανάσκελα» (< υπό) ή 2) «που κοιμάται ανάσκελα» (< ύπνος)]

    = ανάσκελα∙  αντίθ. τού μπρούμυτα (< πρό-μυτα)

    «Σύρθηκαν κάτω από το συρματόπλεγμα σε ύπτια θέση, με την πλάτη στο βρεγμένο χώμα»

Φ

    φλοίσβος

    (αρχαία λέξη, από  μια ρίζα *φελ- «φουσκώνω, διογκώνομαι», με ομόρριζα τα φλέβα, φαλλός, φλύαρος, φλύκαταινα κ.ά.)

    = ελαφρός παφλασμός (τής θάλασσας)

    «Κάθονταν σ’ ένα καφενεδάκι στην παραλία  συζητώντας, με υπόκρουση τον φλοίσβο τού γιαλού».

    φαλκιδεύω

    (< αρχ. φαλκίδιον «το ελάχιστο τμήμα κληρονομιάς [1/4] που μπορεί να αφαιρεθεί από έναν κληρονόμο», κατά τον νόμο που θέσπισε ο Ρωμαίος δήμαρχος P. Falcidius, σύμφωνα με τον οποίο ο ρωμαίος πολίτης δεν μπορεί να στερηθεί ως νόμιμος κληρονόμος περισσότερο από το ένα τέταρτο τής κληρονομίας)     

    = περιορίζω (δικαιώματα) – υποσκάπτω, υπονομεύω

    «Τέτοιες απάνθρωπες ρυθμίσεις φαλκιδεύουν τα δικαιώματα των πολιτών και υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων».

    φρούδος

    (αρχαία λέξη φροῦδος < (φράση) πρὸ ὁδοῦ με αρχική σημασία «αυτός που έχει προχωρήσει και δεν φαίνεται πια», άρα «χαμένος, μάταιος»)

    = μάταιος, ανώφελος

    «Και οι ελπίδες και οι προσπάθειες να ορθοποδήσει η επιχείρησή του αποδείχθηκαν τελικά φρούδες και οδηγήθηκε σε χρεοκοπία»   

    φύρδην-μίγδην

    (φύρδην, αρχαία λ., «ανακατωμένα, άτακτα» < φύρω «ανακατεύω, αναμειγνύω» (πβ. φύραμα) και το επιρρηματικό επίθημα -δην (όπως άρ-δην, βά-δην, μίγ-δην). Η φράση φύρδην-μίγδην είναι μεσαιωνική.

    =εντελώς ανακατωμένα, χωρίς καμία τάξη· άτακτα.

    «Τα βιβλία ήταν ριγμένα φύρδην-μίγδην στα ράφια και δεν υπήρχε τρόπος να βρω αυτό που έψαχνα».

    «Οι πληροφορίες δίνονται φύρδην-μίγδην στο κείμενο, χωρίς σειρά ή λογικό ειρμό».

    «Επί τινας στιγμάς φύρδην μίγδην σφοδροί κτύποι πελέκεων, κωπών και ξιφών, αναμεμειγμένοι με φρικώδεις κατάρας και ύβρεις, ηκούοντο επί τού καταστρώματος».          (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

     

    φίλερις

    (αρχ. λέξη < φιλο- + ἔρις «διχόνοια, φιλονικία»)

    = καβγατζής, εριστικός

    «Ενώ είναι πολύ ικανός, εργατικός και καταρτισμένος υπάλληλος, είναι φίλερις, μαλωμένος με όλους» 

Χ

    χλευάζω

    (αρχ. λέξη < χλεύη «κοροϊδία, εμπαιγμός»)

    = κοροϊδεύω, αποδοκιμάζω, εμπαίζω

    «Ο κόσμος χλευάζει τους δημαγωγούς που επαγγέλλονται εύκολες λύσεις»

    χαμερπής

    (< αρχ. χαμερπής < χαμαί «χάμω» + ἕρπω)

    = αυτός που σέρνεται χάμω, χαμηλού επιπέδου, μικροπρεπής   

    «Πρόκειται για πολύ χαμερπή άνθρωπο που πρέπει να τον αποφεύγεις».

     

    χρήζει

    [+ γενική] (αρχ. χρήζω < χρή «πρέπει»  + -ίζω)

    = χρειάζεται, είναι ανάγκη

    «Η ανακοπή τής ύφεσης χρήζει συντονισμένης προσπάθειας σε πανεθνικό επίπεδο»

     

     

    χαλεπός

    (αρχαία λ., αρχικώς «δυσχερής – σκληρός, επικίνδυνος», αγνώστου ετύμου)

    = αυτός που περιέχει δυσκολίες ή προκαλεί στενοχώριες· δυσχερής, δυσάρεστος.

     

    «Καθώς άντρες δεν υπήρχαν πλέον στα σπίτια λόγω τού πολέμου, το χαλεπό έργο τής ταφής των νεκρών που έπεσαν ηρωικά στη μάχη ανέλαβαν οι γενναίες Ηπειρώτισσες»

    «Ιδρυτής τής Φίνος Φιλμ, ταγμένος οραματιστής-δημιουργός, ήταν ο Φιλοποίμην Φίνος, που σε εποχές δύσκολες και χαλεπές τόλμησε να γεννήσει και να αναθρέψει τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο»

    «Σε καιρούς χαλεπούς, στις κρίσεις, τότε αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο τού ανθρώπου»

    «Όστις δεν προσέχει, παραπατεί, όστις υπερηφανεύεται, προσκρούει. Οι καιροί είναι χαλεποί. Το ανωφερές έχει κατάβασιν, και η πτήσις έχει πτώσιν»

                                      (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

     

    χαμερπής

    (< αρχ. χαμερπής < χαμαί «χάμω» + ἕρπω)

    = αυτός που σέρνεται χάμω, χαμηλού επιπέδου, μικροπρεπής   

    «Πρόκειται για πολύ χαμερπή άνθρωπο που πρέπει να τον αποφεύγεις».

     

Ψ

    ψήγματα

    (< αρχ. ψῆγμα < ψήχω «βουρτσίζω – τρίβω, αποξέω» < *ψήω «τρίβω, λειαίνω», απ’ όπου και τα ψῆφος, ψωμί, ψώρα κ.ά.)

    = τρίμματα, ρινίσματα, κόκκοι, πολύ μικρά  κομμάτια

    «Οι χρυσοθήρες αναζητούσαν στις όχθες τού ποταμού ψήγματα χρυσού»

    ψιμυθίωση

    (νεότ. παράγωγη λέξη < ψιμυθιώνω < αρχ. ψιμυθιῶ < αρχ. ψιμύθιον «άσπρη σκόνη βαφής προσώπου για καλλωπισμό, στολίδι, καλλώπισμα». Ομόρριζα: ψιμυθιωτής, ψιμυθιστής, ψιμυθιολόγος)

    = μακιγιάζ, στολισμός προσώπου

    «Η ψιμυθίωση στο θέατρο είναι  παλιά υπόθεση και δεν αφορούσε μόνο στις γυναίκες αλλά και στους άνδρες».

    ψαύω

    (αρχαία λ., αρχικώς «αγγίζω, ψηλαφώ», που ίσως εντάσσεται στην ευ­ρεία ετυμολογική οικογένεια τού ρήματος *ψήω «τρίβω, λειαίνω» (βλ. ψήγμα). Από τον αόριστο ἔψαυσα > ἔψαξα σχηματίστηκε στη μεσαιωνική γλώσσα το ρήμα ψάχνω)

    =αγγίζω (κάτι) ελαφρά, το περιεργάζομαι με τις άκρες των δαxτύλων· ψηλαφώ, ψαχουλεύω.

    «Είχε είκοσι ολόκληρα χρόνια να επισκεφτεί το εγκαταλελειμμένο πατρικό του». «Ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του, καθώς οι άκρες των δαχτύλων του έψαυαν τα σκασίματα τής μπογιάς στους τοίχους».

    «Με το χέρι του έψαυσε το τραύμα, προσπαθώντας στα τυφλά να εκτιμήσει τη σοβαρότητά του».

    (μτφ.) «Η παρούσα σειρά δοκιμίων έρχεται να ψαύσει δύσκολα ζητήματα και να αναδείξει τις όχι αυτονόητες πλευρές τους».

Ω

    ώσμωση

    (νεότ. λέξη, αντιδάνειο από το αγγλ. end-osmosis < ἔνδον + ὠσμός [< ὠθῶ] + -ωσις [πβ. αιμάτ-ωσις, ί-ωσις], με παράλειψη τού endo-. Η ετυμολογική προέλευση τής λέξης (από το ὠθῶ) δείχνει ότι η ορθογραφία της  είναι με  ω- [όχι όσμωση. Ομόρριζα : άπ-ωση, άν-ωση, ἐξ-ωση, εξ-ώστης, προ-ώθ-ηση, συν-ωστισμός κ.ά.]

    = η διάχυση στοιχείων μέσα σε άλλα, αλληλεπίδραση

    «Η μακρά συνύπαρξη και συνεργασία αυτών των λαών οδήγησε και σε μια ώσμωση των πολιτισμών τους, φανερή στα έργα τέχνης».