Ετυμολογικά παράδοξα όσο και ενδιαφέροντα

Από τα λεξικά μου (το μεγάλο και το ετυμολογικό)

Ελένη [ΕΤΥΜ. < αρχ. Ἑλένη, αγν. ετύμου. Ήδη από τους αρχαίους είχαν διατυπωθεί πολλές παρετυμολ. εξηγήσεις (όπως λ.χ. η σύνδεση με το ουσ. σελήνη) επιστημονικώς αστήρικτες. Ενδιαφέρουσα φαίνεται η εκδοχή ότι Ἑλένη < *Fελένα < *Fενένα (με ανομοίωση), που συνδ. με το λατ. Venus «Αφροδίτη». Το όνομα έχει περάσει σε ξέν. γλώσσες μέσω τής ελλην. μυθολογίας, π.χ. αγγλ. Helen, γαλλ. Hélène κ.ά.].

Λευκωσία 
λόγ., που απαντά σε μεσν. πηγές με την ονομασία Λευκεών / Λευκών και ως επίθ. Λευκουσία (χώρα / γῆ) ή Λευκοῦσα (ήδη από τον 6ο αι. μ.Χ.). Σύμφωνα με την παράδοση, η πόλη έλαβε το όνομά της από τον Λεῦκο, γυιο τού βασιλιά τής Aιγύπτου Πτολεμαίου A΄, ο οποίος την ανακαίνισε. Ο τ. Nicosia, με τον οποίο είναι διεθνώς γνωστή η πόλη, οφείλεται σε παρετυμολογία προς τη λ. νίκη

λεωφορείο, bus
Στη δεκαετία τού 1820 εμφανίστηκε στη Γαλλία ένα ιππήλατο (δηλ. συρόμενο από άλογα) μέσο μεταφοράς πολλών ανθρώπων, το οποίο αποκλήθηκε με το λατινικό όνομα omnibus ([voiture «όχημα»] omnibus). Το omnibus στα Λατινικά είναι δοτική πληθυντικού τού επιθέτου omnis «όλος» και σημαίνει «για όλους». Επρόκειτο για το πρώτο σύγχρονο μέσο μαζικής μεταφοράς. Η λέξη πέρασε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες εμφανίστηκαν τέτοια ιππήλατα «οχήματα για όλους» (όπου συντομεύθηκε σε bus). Στην Αθήνα τού 19ου αιώνα υπήρξε συζήτηση για την καταλληλότερη ελληνική ονομασία τού νέου οχήματος, δοθέντος ότι ο κόσμος χρησιμοποιούσε τη λέξη μπούσι (από το bus + κατάληξη τού ουδετέρου -ι). Από όσες λέξεις προτάθηκαν προτιμήθηκε η λέξη λεωφορείον. Απορρίφθηκαν λέξεις όπως παντοφορείον, πολυφορείον κ.ά.
Στην επικράτηση τής λέξης λεωφορείον συνέβαλε η ύπαρξη τής αρχ. λέξης λεωφόρος «δημόσια οδός», η οποία είχε επανεισαχθεί στη χρήση πριν πλαστεί η λέξη λεωφορείο και την οποία γνώριζε ήδη ο κόσμος (ως επίθετο στην αρχ. γλώσσα χαρακτήριζε οδό ή πύλη «από την οποία διέρχεται ο λαός». Την εποχή για την οποία μιλούμε απέδωσε στα Ελληνικά το γαλλ. boulevard). Έτσι, λίγο μετά το μέσον τού 19ου αιώνα εισέρχεται στη Νέα Ελληνική ο νεολογισμός λεωφορείον, προκειμένου να αντικαταστήσει τη λ. μπούσι (για την οποία ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης –στη Νεοελληνική Γραμματική, Ιστορική Εισαγωγή– θεωρούσε ότι δεν είναι εύκολο να υποχωρήσει στη χρήση και να επικρατήσει το λόγιο λεωφορείον).
Είναι ενδιαφέρον ότι, προκειμένου να αποδοθεί στα Ελληνικά το γαλλ. conducteur d’omnibus, δηλ. ο οδηγός τού omnibus, πλάστηκαν τον 19ο αιώνα οι λέξεις λεωφοροδηγός (αντί τού ορθότερα σχηματισμένου λεωφορειοδηγός) και λεωφόρος (ο).

εγγυώμαι 
αρχαία λέξη < αρχ. ἐγγυῶμαι < ἐγγυῶ «δίνω εγγύηση, ενέχυρο – (γενικότ.) δεσμεύομαι» < ἐγγύη «νυφικό τίμημα, εγγύηση» < ἐγ- (< ἐν-) + αρχαϊκό ουσ. *γύη «χέρι, παλάμη», οπότε η λ. ἐγγύη θα σήμαινε «κάτι που δίνεται στα χέρια». Το ρ. ἐγγυῶ στην αττ. διάλεκτο δήλωσε επίσης την παράδοση τής κόρης σε γάμο από τον πατέρα της, πράξη που συνοδευόταν απαραιτήτως από την καταβολή νυφικού τιμήματος ως εγγύησης].

λέγω 
αρχαία λέξη με αρχική σημ. «συλλέγω, συγκεντρώνω» (επομένως «απαριθμώ μεγαλοφώνως – μιλώ»), < I.E. *leg- «συλλέγω, συγκεντρώνω», πβ. λατ. lego, lectio «ανάγνωση» (> γαλλ. leçon «μάθημα», ισπ. lección), αλβ. mbleth «συγκεντρώνω» κ.ά. Oμόρρ. λόγ-ος, λέξ-ις (-η), λεκτ-ικός, λογ-ή, λογ-ίζομαι κ.ά. O τ. λέω είναι μεσν. Ορισμένες φρ. είναι μεταφρ. δάνεια, λ.χ. αυτό δεν μου λέει τίποτα (< γαλλ. ça ne me dit rien), κάτι μου λέει ότι (< γαλλ. quelque chose me dit que...), εδώ που τα λέμε (< γαλλ. entre nous soit dit) κ.ά.

σπορ
Η αγγλική λέξη sport (που πέρασε στην Ελληνική μέσω τής Γαλλικής, εξού και η δήλωσή της ως σπορ και όχι σπορτ), την οποία αποδίδει το αθλοπαιδιές, προέρχεται από το disport (dis + port, γαλλ. porter «φέρω», ισπ. deporte «άθλημα, σπορ»), που σήμαινε «διασκέδαση, ξεγνοιασιά» (αρχική σημ. «δεν φέρω, δεν μεταφέρω», άρα «αφήνω κατά μέρος, το ρίχνω έξω»).

λέδη 
δάνεια λέξη, μεταφορά τού αγγλ. lady < μέσο αγγλ. ladi(e) < παλ. αγγλ. hlǣfdige «ζυμώτρια ψωμιού», < hlāf «ψωμί» (> αγγλ. loaf) + -dige < dǣge «ζυμωτής». H λ. lady χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την επί κεφαλής τού υπηρετικού προσωπικού και, αργότερα, για την οικοδέσποινα. Ως όρος ευγενείας η λ. χρησιμοποιείται από τον 13ο αι.

λεβέντης 
μεσν. λέξη < τουρκ. levend / levent < περσ. lawand «γενναίος, παλληκάρι». Λιγότερο πιθ. η αναγωγή σε παλ. ιταλ. leventi «σώμα ναυτών πυροβολητών, κουρσάρων ή πειρατών από την ανατολή» < levante «ανατολή» (βλ. κ. λεβάντες). Kατά τον Μεσν. η λ. δήλωνε μεταξύ άλλων τον απείθαρχο νέο, το παράτολμο παλληκάρι]

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο